Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2022

Η Αθήνα στα χρόνια της κατοχής: Μια τετραετία πρωτοφανών κακουχιών αλλά και αγωνιστικής έξαρσης

 

Η Αθήνα στα χρόνια της κατοχής: Μια τετραετία πρωτοφανών κακουχιών αλλά και αγωνιστικής έξαρσηςFacebook Twitter
Σκελετωμένες ρακένδυτες γυναίκες στην οδό Σταδίου κατά την περίοδο της γερμανικής Κατοχής. Στο βάθος διακρίνεται ο τοίχος του προαυλίου της Παλαιάς Βουλής και ο ανδριάντας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στην αρχική του θέση, στη συμβολή των οδών Κολοκοτρώνη και Σταδίου. Διεύθυνσις Εγκληματολογικών Υπηρεσιών της Αστυνομίας, 1941-1944

Θριάμβευσε επί των Ιταλών, πάλεψε στα ίσα και τους Γερμανούς, υπέκυψε εντέλει στο μοιραίο: Στις 27/4/41 τα πρώτα στρατιωτικά τμήματα της Βέρμαχτ εισέρχονταν στη συνθηκολογημένη Αθήνα χωρίς σχεδόν καθόλου θεατές και «χειροκροτητές», για να ακολουθήσουν λίγο αργότερα τα ιταλικά.

Από την ημέρα εκείνη μέχρι την αποχώρηση και του τελευταίου Γερμανού στρατιώτη στις 12/10/44, οι Αθηναίοι θα βιώσουν μια τετραετία πρωτοφανών κακουχιών και στερήσεων αλλά και αγωνιστικής έξαρσης, μολονότι όχι  αυτονόητης ούτε τόσο συλλογικής όσο προβάλλεται, μήτε βέβαια πάντα μονοιασμένης:

«Είναι δύσκολη μια καθαρή και δίκαια μονοσήμαντη ταξινόμηση των εκάστοτε κρινόμενων… Η εναλλασσόμενη επικάλυψη ηθικών, ιδεολογικών ή ακραιφνώς συμφεροντολογικών προτεραιοτήτων ουσιαστικά επέτρεπε στον μέσο κάτοικο της Αθήνας όπως και οποιασδήποτε άλλης κατεχόμενης πόλης να είναι εναλλάξ συνεργάτης των Γερμανών με μειωμένο ωράριο, αντιστασιακός κατά διαστήματα και να κρατά στάση αναμονής τις Κυριακές», έθετε δηλαδή ως προτεραιότητα τη δική του σωματική, ψυχική και υλική επιβίωση όπως σημειώνει ο Γερμανός ιστορικός Hagen Fleischer προλογίζοντας τις «Πόλεις σε Πόλεμο 1939-1945» του Ιάσονα Χανδρινού (εκδ. Μοβ Σκίουρος 2018).

Στην απέναντι πλευρά οι δωσίλογοι, οι τοκογλύφοι, οι μαυραγορίτες και οι συνεργάτες των κατακτητών απηχούσαν τη «σκοτεινή», τη λιγότερο διαφημισμένη πλευρά της και όχι τυχαία, εφόσον πολλοί εξ αυτών στελέχωσαν το μεταπολεμικό καθεστώς. Η Αθήνα υπήρξε πράγματι, εντούτοις, από τις λίγες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες που αντιπαρατέθηκαν τόσο πεισματικά στον κατακτητή, γράφοντας έτσι μερικές από τις πιο πικρές και ταυτόχρονα πιο ένδοξες σελίδες αντίστασης. 

Η καθημερινότητα των περισσότερων Αθηναίων, βεβαίως, κάθε άλλο παρά ηρωϊκή φάνταζε εν μέσω μια εκτροχιασμένης εντελώς οικονομικής και κοινωνικής ζωής. Η εξασφάλιση ενός στοιχειώδους γεύματος π.χ. ειδικά για τους μη έχοντες σταθερή εργασία, ήταν μια ολόκληρη περιπέτεια που απαιτούσε ώρες ή και μέρες αναζήτησης κι ακόμα περισσότερη τύχη αν δεν γινόταν διανομή συσσιτίου κάπου κοντά.

Η Αθήνα υπήρξε πράγματι, από τις λίγες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες που αντιπαρατέθηκαν  πεισματικά στον κατακτητή, γράφοντας έτσι μερικές από τις πιο πικρές και ταυτόχρονα πιο ένδοξες σελίδες αντίστασης.

Αποστάσεις που συνήθως γίνονταν πεζή, με το τενεκεδάκι στο χέρι, ανάμεσα από μπλόκα, κρεμασμένους προς παραδειγματισμό πολίτες, άλλους πάλι νεκρούς ή ετοιμοθάνατους από την ασιτία, ανάμεσά τους πλήθος παιδιά. Εκτός από τους κατακτητές, κουμάντο στην πόλη κάνανε οι «βασιλικότεροι του βασιλέως» συνεργάτες τους, οι τοκογλύφοι και οι μαυραγορίτες.

Μόνη παρηγοριά, η τέχνη και ειδικά το θέατρο αφενός, ο παράνομος Τύπος, το παράνομο ραδιόφωνο, οι προκηρύξεις και τα συνθήματα σε τοίχους που καλούσαν σε εξέγερση αφετέρου, δείγματα ότι τίποτε δεν είχε τελειώσει.

Η απελπισία χτυπούσε συχνά κόκκινο, ειδικά τον καιρό του μεγάλου λιμού (χειμώνας ’41-’42), όμως η ανθρώπινη προσαρμοστικότητα είναι παροιμιώδης – μάθανε να ευτυχούν με τα στοιχειώδη και να ξεγελούν όχι μόνο τη δυστυχία αλλά και τους δυνάστες τους, οι δε πιο ασυμβίβαστοι, οι νεολαίοι ειδικά, βγαίνανε στην αντίσταση ή στο βουνό αντάρτες.

Στον αντίποδα, μια άλλη Αθήνα – αυτή των κατακτητών και των συνεργατών τους - που διασκέδαζε σε ξενοδοχεία πολυτελείας, μπαρ και καμπαρέ, που παραθέριζε ξένοιαστα στην παραλιακή, που απολάμβανε ρομαντικούς περιπάτους στις περιαστικές εξοχές, που συσσώρευε αμύθητα πλούτη από το παρεμπόριο και την αρπαγή.

Μια άλλη Αθήνα – αυτή των κατακτητών και των συνεργατών τους - διασκέδαζε σε ξενοδοχεία πολυτελείας, μπαρ και καμπαρέ, παραθέριζε ξένοιαστα στην παραλιακή, απολάμβανε ρομαντικούς περιπάτους στις περιαστικές εξοχές, συσσώρευε αμύθητα πλούτη από το παρεμπόριο και την αρπαγή.

Κοντά σε όλους αυτούς, κατάσκοποι όλων των πλευρών, φυγάδες που κρύβονταν, γυναίκες ελευθερίων ηθών που δούλευαν ταυτόχρονα για την Αντίσταση, καλλιτέχνες, συγγραφείς και άλλοι πνευματικοί άνθρωποι που πάσχιζαν να απαντήσουν με τη δική τους γλώσσα στο μακάβριο ερώτημα «Εάν Αυτό Είναι ο Άνθρωπος» που έθεσε μεταπολεμικά υπό μορφή βιβλίου ο Πρίμο Λέβι. Αλλά και απλοί καθημερινοί άνθρωποι, άντρες και γυναίκες που ένεκα η επιβίωση ανακάλυπταν δεξιότητες, κουράγια κι αντοχές που ουδέποτε είχαν διανοηθεί.

Οι ίδιοι οι κατακτητές και ειδικά οι Γερμανοί θαύμαζαν την κλασική Αθήνα θεωρώντας τη λίκνο του ανώτερου πολιτισμού των Αρίων όπου και οι ίδιοι «ανήκαν», οίκτιραν ωστόσο τους κατοίκους της ως εκφυλισμένους, μπασταρδεμένους απόγονους των ένδοξων αρχαίων τους προγόνων, αντιμετωπίζοντάς τους με την ανάλογη περιφρόνηση και σκληρότητα.

Πολλοί εξ αυτών αντάλλασσαν εντούτοις προϊόντα και υπηρεσίες με τους πολίτες «στη ζούλα» - το μεγαλύτερο υπαίθριο παζάρι στην κατεχόμενη πρωτεύουσα στήθηκε μετά την ιταλική συνθηκολόγηση (Σεπτέμβριος ’43) οπότε οι πρώην πραιτωριανοί του “Imperio Romano” ξεπουλούσαν ό,τι εδύναντο -, κάποιοι πάλι κυρίως Ιταλοί ήταν πιο «μαλακοί» και χαβαλέδες, ενώ δεν έλειψαν και οι έρωτες μεταξύ κατακτητών και κατακτημένων.

Χρήσιμα όλα αυτά σε μια εποχή που τα ναζιστικά ιδεολογήματα «ξεπλένονται» και ξαναβρίσκουν απήχηση σε Ελλάδα και Ευρώπη, σε μια εποχή που είναι ακόμα άγνωστο κατά πόσο ξεπεράστηκε η μεγαλύτερη οικονομική, κοινωνική και ανθρωπιστική κρίση που έζησε έκτοτε η χώρα και η πρωτεύουσά της και που συχνά παρομοιάστηκε με την κατοχική περίοδο, μολονότι φυσικά απέχει παρασάγγας από αυτή σε κάθε επίπεδο: ο σχολαστικός μελετητής θα ανακαλύψει, εντούτοις, αξιοσημείωτες ομοιότητες. Ιδού μερικά αντιπροσωπευτικά «ενσταντανέ» από την κατοχική Αθήνα.

Η Αθήνα στα χρόνια της κατοχής: Μια τετραετία πρωτοφανών κακουχιών αλλά και αγωνιστικής έξαρσηςFacebook Twitter
 Σκελετωμένα παιδιά στην Αθήνα του 1941 - 1942. Φωτογραφία της Βούλας Παπαιωάννου. Ιστορικά αρχεία του Ερυθρού Σταυρού. 

Η μεγάλη πείνα

Τα στρατεύματα κατοχής από την πρώτη στιγμή κατάσχουν και λεηλατούν προϊόντα και αγαθά για τις δικές τους ανάγκες. Η ραγδαία αύξηση των τιμών και ο  υπερπληθωρισμός οφείλονταν τόσο στις ελλείψεις των βασικών ειδών όσο και στην αύξηση κυκλοφορίας του χρήματος που οδήγησε σε απανωτές υποτιμήσεις.

Στις αρχές του 1944 κυκλοφόρησαν χαρτονομίσματα των 50 και 100.000 δρχ. και τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς των 500 εκ. και των 2 δισ. αντίστοιχα. Ο συνδυασμός προκλητικής κυνικότητας και αρπακτικότητας των κατακτητών, που ιδιοποιούνταν  την όποια παραγωγή είχε απομείνει, της διάλυσης του κρατικού, οικονομικού (κατοχικά «δάνεια», κατοχικές «δαπάνες» κ.λπ.) και κοινωνικού ιστού, μαζί και ο βρετανικός ναυτικός αποκλεισμός συντέλεσαν να ζήσει η Αθήνα τον χειμώνα του ’41-’42 έναν από τους χειρότερους λιμούς σε ευρωπαϊκό έδαφος, ακόμα και για τα δεδομένα του Β’ Παγκοσμίου.

Νεκροί ανάμεσα σε σκουπίδια και λύματα κείτονταν στους κεντρικούς δρόμους, κάποιους από τους οποίους η αστυνομία έκλεινε περιστασιακά διότι «ήτο τρομερόν το θέαμα…». Αρκετά μάλιστα πτώματα σαπίζανε άταφα γιατί σε νεκροτομεία και νεκροταφεία επικρατούσε αδιαχώρητο, πολλοί δε οικείοι αδυνατούσαν να χρεωθούν μια κανονική κηδεία.

Η τιμή του ψωμιού αυξήθηκε 89 φορές μεταξύ 1941-2, ενώ με τρεις τενεκέδες λάδι αγόραζες μονοκατοικία. Τον Δεκέμβριο του ’41 υπήρχαν 400 νεκροί την ημέρα. Τα συσσίτια και τα τρόφιμα που μοίραζαν ο Ερυθρός Σταυρός, η Εκκλησία, υπηρεσίες, επιτροπές, ενώσεις και οργανισμοί οσότου λυθεί κάπως το επισιτιστικό, δεν επαρκούσαν.

Στις ουρές των συσσιτίων του ΕΕΣ πρωτοτραγουδήθηκε το «πατάω ένα κουμπί/και βγαίνει μια χοντρή». Σε 40.000-100.000 υπολογίζονται τα θύματα του μεγάλου λιμού σε Αθήνα-Πειραιά – δεν υπάρχει ακριβής εκτίμηση εφόσον πολλοί νεκροί δεν δηλώνονταν προκειμένου οι εναπομείναντες συγγενείς να χρησιμοποιούν τα δελτία τροφίμων τους ή εγκαταλείπονταν.

Σκελετωμένες ανθρώπινες σκιές αργοπέθαιναν σε δρόμους και πλατείες, τα πτώματα σωριάζονταν ομαδικά σε καρότσια, κάρα και καμιόνια. Υπήρξαν φάσεις που Αθήνα θύμιζε ανοικτό Άουσβιτς, οι δε νεκροθάφτες λάμβαναν διπλό συσσίτιο για να αντέχουν το φόρτο εργασίας.

Σαν «φυσική αντίδραση», ίσως, ενώ στην πρωτεύουσα το α’ εξάμηνο του ’42 είχαμε 7.100 γεννήσεις έναντι 29.600 θανάτων, το β’ εξάμηνο του ’43 οι γεννήσεις εκτοξεύτηκαν ξεπερνώντας και τα προπολεμικά επίπεδα (10.300 έναντι 6.600 θανάτων).

Η κατάσταση τη χρονιά εκείνη χάρη και στην άρση του ναυτικού αποκλεισμού καθώς και τη διεθνή (ακόμα και τουρκική) βοήθεια βελτιώθηκε ελαφρώς. Παρά ταύτα, το σωματείο των ζαχαροπλαστών εξέδιδε τον Φλεβάρη «επείγουσα ειδοποίηση» στα μέλη του για ευνόητους λόγους να μην εκθέτουν σε βιτρίνες τα προϊόντα τους αλλά μόνο εντός, προειδοποιώντας για «βαριές κυρώσεις» καθώς διαφορετικά «τίθεται εις κίνδυνον αυτή ταύτη η ύπαρξις των καταστημάτων μας!». Όχι άδικα: Οι γευστικές «προκλήσεις» έπρεπε να αποφεύγονται καθώς ήδη συνέβαιναν οργανωμένες ή αυθόρμητες λεηλασίες μαγαζιών και αποθηκών, ειδικά όσων υποψιάζονταν ότι έκρυβαν τρόφιμα.

Η Αθήνα στα χρόνια της κατοχής: Μια τετραετία πρωτοφανών κακουχιών αλλά και αγωνιστικής έξαρσηςFacebook Twitter
 Στιγμιότυπο από την Αθήνα της Κατοχής. Άστεγοι προσπαθούν να ζεσταθούν καθισμένοι πάνω στη σχάρα εξαερισμού του σταθμού του ηλεκτρικού. Διεύθυνσις Εγκληματολογικών Υπηρεσιών της Αστυνομίας, 1941-1944 

Επιταγμένα κτίρια

Η Ανώτατη Γερμανική Στρατιωτική Διοίκηση βρισκόταν στο μέγαρο του ΜΤΣ, Πανεπιστημίου και Βουκουρεστίου. Η Kommandantur (Γερμανικό Φρουραρχείο) στην Κοραή 4 με τα τρομερά κρατητήρια στα υπόγειά της όπου για να βρεθείς αρκούσε κι ένα απλό παράπτωμα, το αρχηγείο-«κολαστήριο» της Γκεστάπο στην οδό Μέρλιν 6.

Εκεί κιόλας βασανίστηκαν ο Μάρκος Βαμβακάρης κι ο αντιστασιακός στιχουργός Κώστας Βίρβος. Το Ιταλικό Φρουραρχείο (Commando Piazza) στη σημερινή Alpha Bank στην Πανεπιστημίου, δίπλα στο Νομισματικό Μουσείο. Πολλοί εξάλλου Γερμανοί και Ιταλοί αξιωματικοί «φιλοξενούνταν» στα καλύτερα αθηναϊκά ξενοδοχεία της εποχής όπως το Μεγάλη Βρετανία στο Σύνταγμα και το Φαληρικόν στην παραλιακή ή σε ιδιωτικές οικείες.       

Ακρόπολη

Στις 27/4/41 υψώθηκε η ναζιστική σημαία στον Ιερό Βράχο και στις 23/6/41 η ιταλική, ενώ «επέστρεψε» ανάμεσα και η ελληνική. Οι Ιταλοί, παρότι η Αθήνα είχε ανακηρυχθεί ανοχύρωτη πόλη, έσπευσαν να στήσουν στο χώρο αντιαεροπορικούς  προβολείς κι εκτοξευτές όλμων.

Ύστερα κι από πιέσεις της Διεύθυνσης Αρχαιοτήτων του υπουργείου Παιδείας στους Γερμανούς, τα βαρέα όπλα απομακρύνθηκαν κι απέμεινε μια μικρή φρουρά (κυρίως Ιταλοί), στρατιώτες της οποίας «εκπληρούντες τας φυσικάς των ανάγκας, συστηματικώς ερύπαινον την Ακρόπολη ή συνουσιάζοντο μετά γυναικών και ανδρών(!) αφίνοντες ίχνη της διαβάσεώς των» αναφέρει έκθεση του υπουργείου Παιδείας του 1946 που περιλαμβάνει ο Ιάσονας Χανδρινός στις «Πόλεις σε Πόλεμο 1939-1945».

Πασίγνωστη είναι βέβαια η ηρωική αποκοτιά των φοιτητών, τότε, Μανώλη Γλέζου και Λάκη Σάντα οι οποίοι σκαρφάλωσαν κι «απήγαγαν» τη σβάστικα (30/5/41). Κάτι ιστορικά απόλυτα εξακριβωμένο, αντίθετα με το αμφιλεγόμενο στόρι περί κάποιου τσολιά-φρουρού ονόματι Κωνσταντίνος Κουκίδης που υποτίθεται ότι, μην αντέχοντας να δει τη γαλανόλευκη στα χέρια των κατακτητών, τη ζώστηκε κι έπεσε στο κενό προτού πατήσουν στην Ακρόπολη. Ενδιαφέρον έχει επίσης η πληροφορία ότι το πρώτο οκτάμηνο της Κατοχής επισκέφθηκαν το μνημείο κάπου 120.000 Γερμανοί.

Η Αθήνα στα χρόνια της κατοχής: Μια τετραετία πρωτοφανών κακουχιών αλλά και αγωνιστικής έξαρσηςFacebook Twitter
 Νεκροί ανάμεσα σε σκουπίδια και λύματα κείτονταν στους κεντρικούς δρόμους, κάποιους από τους οποίους η αστυνομία έκλεινε περιστασιακά διότι «ήτο τρομερόν το θέαμα…». Αρκετά μάλιστα πτώματα σαπίζανε άταφα γιατί σε νεκροτομεία και νεκροταφεία επικρατούσε αδιαχώρητο, πολλοί δε οικείοι αδυνατούσαν να χρεωθούν μια κανονική κηδεία. Στη φωτογραφία: Ένας νεκρός από την πείνα στο δρόμο, Οκτώβριος 1943. Keystone/Hulton Archive/Getty Images 

Μουσεία

Άδειες προθήκες βρήκαν οι Γερμανοί στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, εφόσον εργάτες και αρχαιολόγοι ξεκίνησαν να θάβουν τα εκθέματα ήδη από την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου. «Στα υπόγεια του Μουσείου τα αγάλματα τοποθετούνταν σαν άνθρωποι σε διαδήλωση», έγραφε χαρακτηριστικά ο αρχαιολόγος Κώστας Πασχαλίδης στο ειδικό τεύχος της Lifo «Η Ιστορία μιας Πόλης» (Μάρτιος 2013).

Στην Κατοχή το ΕΜΣ στέγασε διοικητικές υπηρεσίες. Αρκετά εκθέματα από άλλα μουσεία είχαν επίσης αποκρυφτεί, ακόμα και πρόχειρα σε αυλές κάτω από σακιά με άμμο. Γερμανοί αρχαιολόγοι υποχρέωσαν το Μουσείο του Κεραμικού να ανοίξει ώστε να διεξάγουν έρευνες που θα εμπλούτιζαν το βιογραφικό τους. Υπήρξαν εξάλλου και κρούσματα αρχαιοκαπηλείας, όπως παντού στην κατεχόμενη Ελλάδα.     

Συγκοινωνίες

Τα καύσιμα σπάνιζαν και ήταν συνήθως νοθευμένα. Τα ανταλλακτικά και τα οχήματα επίσης εφόσον κιόλας τα πιο καλοσυντηρημένα χρησιμοποιούνταν από τους κατακτητές. Δικά τους ήταν και τα περισσότερα από τα λιγοστά ΙΧ. Ο ηλεκτρικός και το τραμ λειτουργούσαν αλλά με πολλές διακοπές και καθυστερήσεις, όπως όλα τα άλλα μέσα. Τα λεωφορεία ελάχιστα, τα αργόσυρτα «γκαζοζέν» καίγανε βασικά ξυλόπνευμα ή ξυλάνθρακα.

Υπήρχαν επίσης, διαβάζω, κάποια ταξί που σε χρέωναν εννοείται πανάκριβα. Για τις μετακινήσεις τους οι Αθηναίοι υποχρεώνονταν είτε σε μακρές αναμονές στις στάσεις – όπου σαν έφτανε το όχημα κρεμόντουσαν σαν τσαμπιά – είτε σε πολύωρο, συχνά, περπάτημα.

Οι πιο τυχεροί και ακμαίοι, με ποδήλατα. Στις 24/8/43, άγνωστης αιτίας πυρκαγιά καταστρέφει 93 βαγόνια στο μηχανοστάσιο Καλλιθέας, γεγονός που επιδεινώνει ακόμα περισσότερο το συγκοινωνιακό. Συνελήφθησαν 50 μηχανικοί με την υποψία του σαμποτάζ.

Εντέλει απελευθερώθηκαν χάρη στη γενική απεργία που ξέσπασε.  Το κακό οδικό δίκτυο, η ελάχιστη εξοικείωση των πεζών με την κυκλοφορία (στρατιωτικών, κυρίως) αυτοκινήτων και το γεγονός ότι η περίφημη γερμανική τάξη και πειθαρχία πήγαινε περίπατο όταν βρίσκονταν σε κατακτημένες χώρες, είχε αποτέλεσμα την πρώτη χρονιά της Κατοχής να καταγράφονται καθημερινά σχεδόν τραυματισμοί και θάνατοι από τροχαία με πεζούς είτε με υποστατικά.

Η Αθήνα στα χρόνια της κατοχής: Μια τετραετία πρωτοφανών κακουχιών αλλά και αγωνιστικής έξαρσηςFacebook Twitter
 Άδειες προθήκες βρήκαν οι Γερμανοί στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, εφόσον εργάτες και αρχαιολόγοι ξεκίνησαν να θάβουν τα εκθέματα ήδη από την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου. Στη φωτογραφία η απόκρυψη του Κούρου του Σουνίου ΕΑΜ 2720 στο όρυγμα που είχε διανοιχθεί μπροστά από το βάθρο του. (Φωτογραφικό Αρχείο Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου). 

Εργασία

Μετά το ’42 και την αποκατάσταση μιας στοιχειώδους «ευρυθμίας» , πολλοί πιάσανε δουλειά στα δημόσια έργα που κάνανε οι Γερμανοϊταλοί όπως π.χ. η αποκατάσταση του βομβαρδισμένου λιμανιού του Πειραιά είτε στα εν λειτουργία εργοστάσια που επίσης δούλευαν γι΄αυτούς κι όπου εξασφάλιζαν τουλάχιστον ένα αξιοπρεπές συσσίτιο. Λειτουργούσε επίσης έστω υποτυπωδώς ο δημόσιος τομέας.

Οι αμοιβές βέβαια ενγένει πολύ χαμηλές και αδύνατο να συναγωνιστούν τον πληθωρισμό παρά τις διαρκείς αυξήσεις – το ’42 με έναν μέσο μηνιαίο μισθό αγόραζες τρεις οκάδες λάδι ή έξι οκάδες ψωμί, γράφει ο ιστορικός Γιώργος Ζαβάκος, ενώ τέλος του ’44 το κόστος ζωής ήταν «ιλιγγιωδώς» (πάνω από χίλιες φορές) υψηλότερο του προπολεμικού. Ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού συντηρούνταν, εννοείται, αποκλειστικά ή εν μέρει από την παραοικονομία.  

Θέατρο-σινεμά-λογοτεχνία

Φαίνεται πως το «σανίδι» αποτελεί διαχρονικά – κρίνοντας κι από την μεγάλη άνθιση που γνώρισε τα χρόνια της πρόσφατης κρίσης – το κατ’ εξοχήν «καταφύγιο» κι εκφραστικό μέσο του Νεοέλληνα. Παρά την αυστηρή λογοκρισία και την ανέχεια, το θέατρο γνώρισε κυριολεκτικά πιένες επί Κατοχής, ενώ στις παραστάσεις γινόταν το αδιαχώρητο.

Ονόματα όπως οι Κάρολος Κουν, Βασίλης Ρώτας, Μαρίκα Κοτοπούλη, αδελφές Καλουτά, Δημήτρης Ψαθάς, Αιμίλιος Βεάκης, Κώστας Μουσούρης «γράψανε ιστορία», ανεβάζοντας συγκαλυμμένες ακόμα κι αντιστασιακού περιεχομένου παραστάσεις, ειδικά επιθεωρήσεις.

Αρκετοί εξάλλου συμμετείχαν στην Αντίσταση όπως ο Βεάκης, η κόρη του Μαίρη, ο γραμματέας του ΣΕΗ Θεόδωρος Μορίδης, η Ντιριντάουα και η Ρένα Ντορ που υπέστησαν κιόλας διώξεις, φυλακίσεις και βασανισμούς. Από τις λίγες κινηματογραφικές ταινίες που γυρίστηκαν στην Κατοχή, αξιομνημόνευτη η Φωνή της Καρδιάς (1943) με Βεάκη, Χορν, Ζερβό και Κωνσταντάρα, όντας η πρώτη της Φίνος Φιλμ.

Μεγάλης ιστορικής αξίας είναι βέβαια και οι κινηματογραφικές σκηνές από την κατεχόμενη Αθήνα που τράβηξε ο Άγγελος Παπαναστασίου. Στον λογοτεχνικό τομέα, πάλι, γράφονται μερικά αριστουργήματα όπως ο Αλέξης Ζορμπάς του Καζαντζάκη, η Αμοργός του Γκάτσου, ο Ήλιος ο Πρώτος του Ελύτη και ο Μπολιβάρ του Εγγονόπουλου. Κυκλοφορούν επίσης τα Ακριτικά του Σικελιανού και το Μεσ’ απ’ τα Τείχη του Σωτήρη Σκίπη με χαρακτικά του Σπύρου Βασιλείου.

Λογοτέχνες όπως ο Λουντέμης, η Μέλπω Αξιώτη και η Διδώ Σωτηρίου εργάζονταν στον παράνομο Τύπο, ενώ το λογοτεχνικό «πατάρι» στου Λουμίδη στη Σταδίου όπου μεταξύ άλλων σύχναζαν οι Ελύτης, Γκάτσος, Μόραλης, Χατζιδάκις και Τσαρούχης παρέμεινε ενεργό.

Η Αθήνα στα χρόνια της κατοχής: Μια τετραετία πρωτοφανών κακουχιών αλλά και αγωνιστικής έξαρσηςFacebook Twitter
 Παρά την αυστηρή λογοκρισία και την ανέχεια, το θέατρο γνώρισε κυριολεκτικά πιένες επί Κατοχής, ενώ στις παραστάσεις γινόταν το αδιαχώρητο. Στη φωτογραφία ο Αλέξης Μινωτής και η Βάσω Μανωλίδου στο έργο Ερρίκος ο Ε'. Εθνικό Θέατρο, Άνοιξη 1941. Από τα αρχεία του Εθνικού Θεάτρου. 

Παραβατικότητα

Η πείνα και η ανέχεια είχαν συνέπεια την κατακόρυφη αύξηση των κλοπών και των ληστειών όπου αυτά βρίσκονταν πρόσφορα, ακόμα και σε βάρος των κατοχικών δυνάμεων: τρόφιμα, καύσιμα, ελαστικά, τηλεφωνικά καλώδια (για τον χαλκό τους), στρατιωτικό υλικό ήταν πρώτα στις «προτιμήσεις» - ακόμα και σαπούνια «ξαφρίζονταν» καθότι πια είδος πολυτελείας.

Ορφανά, εγκαταλελειμμένα ή «σκαστά» παιδιά και έφηβοι σχημάτιζαν συμμορίες και κάνανε «σάλτους» (εξ ου και σαλταδόροι) προς άγρα αγαθών ή ζητιάνευαν για να επιβιώσουν. Το καλοκαίρι του ’42 μια αστυνομική επιχείρηση στην Αθήνα κατέγραψε 3.086 «αλητόπαιδες», ντόπιους κι επαρχιώτες οι οποίοι «διεσπάρησαν σε ιδρύματα, άσυλα και σπίτια». Αρχές της ίδιας χρονιάς καταγράφηκαν μέσα σε ένα δίμηνο 629 ληστείες (από τις «Πόλεις σε Πόλεμο» του Ιάσονα Χανδρινού).

Ανήλικα παιδιά είχαν συλληφθεί, τραυματιστεί ή και σκοτωθεί από περίπολα ή σκοπούς σε τέτοιες «μπούκες». Στην κατοχική τετραετία, ένας Αθηναίος μισθωτός μπορούσε να αγοράσει στην καλύτερη πέντε φορές λιγότερα αγαθά από ό,τι προπολεμικά καθώς αναφέρει ο Στ. Θωμαδάκης στην έκδοση «Η Ελλάδα στη δεκαετία 1940-1950: Ένα έθνος σε κρίση» (εκδ. Θεμέλιο 1984). Σε κλοπές και λεηλασίες περισσότερο ή λιγότερο «διακριτικές» επιδίδονταν άλλωστε και στρατιώτες των κατακτητών καθώς και  ταγματασφαλίτες.

Διατροφή-ένδυση-θέρμανση

Το ντύσιμο των περισσότερων Αθηναίων, φτωχικό και συχνά δεύτερο χέρι – τα ρούχα φοριόντουσαν μέχρι να λιώσουν, με απανωτές επιδιορθώσεις, τα παπούτσια επίσης, ενώ η ξυπολισιά δεν παραξένευε κανέναν. Το μαγείρεμα – όταν φυσικά βρισκόταν κάτι φαγώσιμο – απαιτούσε κι αυτό, με την ηλεκτροδότηση και την παροχή νερού προβληματική ή ανύπαρκτη, περισσότερο χρόνο και εφευρετικότητα.

Τα άγρια χόρτα, οι τσουκνίδες, τα χαρούπια, τα σαλιγκάρια (στις περιαστικές συνοικίες), ο πασατέμπος, τα ρεβίθια κι όσα άλλα λαχανικά και όσπρια βρίσκονταν ή καλλιεργούνταν - στα παρτέρια της πλατείας Συντάγματος π.χ. φύτευαν κουκιά δεκαετίες προτού οι αστικοί κήποι γίνουν trend -,  τα οικόσιτα ζώα ακόμα ελλείψει κρέατος σώσανε πολλούς Αθηναίους, ειδικά τον «άγριο» χειμώνα του ’41-’42.

Το μέσο συσσίτιο δεν πρόσφερε πάνω από 150 θερμίδες όταν το όριο επιβίωσης είναι 1200. Ψωμί σταρένιο τρώγανε μόνο οι έχοντες, οι πιο τυχεροί από τους μη έχοντες, μπομπότα (καλαμποκόψωμο) και κουραμάνα (πιτουρόψωμο) ή το πιο σύνηθες, χυλό. Καθώς δε οι περισσότερες οικογένειες μαγείρευαν, πλένονταν και θερμαίνονταν με ξύλα, η παράνομη υλοτόμηση ακόμα και μέσα στην πόλη έλαβε μεγάλες διαστάσεις προκαλώντας μάλιστα αντιπαραθέσεις μεταξύ των πολιτών με καταγγελίες στις αρχές κ.λπ.   

Η Αθήνα στα χρόνια της κατοχής: Μια τετραετία πρωτοφανών κακουχιών αλλά και αγωνιστικής έξαρσηςFacebook Twitter
 Βάλιας Σεμερτζίδης (;), Στους δρόμους της κατοχικής Αθήνας, περ. 1942. 
Facebook Twitter
 Βάλιας Σεμερτζίδης (;), Στους δρόμους της κατοχικής Αθήνας, περ. 1942. 

Ασθένειες

H δυσεντερία, ο τύφος, η φυματίωση κι άλλες μολυσματικές ή οφειλόμενες στον υποσιτισμό αρρώστιες, οι κοριοί, οι ψείρες, η ψώρα, τα δερματικά καθώς και τα ψυχικά νοσήματα «θέριζαν» εφόσον και η περίθαλψη ήταν από υποτυπώδης μέχρι ανύπαρκτη, τα δε μεγάλα νοσοκομεία είχαν επιταχθεί για τις ανάγκες των κατακτητών. Μεγάλες υπηρεσίες πρόσφερε τότε και εκεί ο Ερυθρός Σταυρός.

Dolce Vita

Δεν κακοπερνούσαν όλοι. Οι αξιωματούχοι των κατακτητών και οι στρατιωτικοί,  επιχειρηματικοί κ.λπ. συνεργάτες τους επισκέπτονταν κατά μόνας ή οικογενειακώς στα καταστήματα, τα θέατρα, τα καφέ και τα ρεστοράν του Συντάγματος (το καφέ Zonar’s, το εστιατόριο-μπαρ Μον Παρνάς στην Κοραή, το μπαρ Bertiz στην Ακαδημίας, η ταβέρνα Μποέμ στη Δημοκρίτου, το ρεστοράν-βαριετέ Σε-Νου στο Μουσείο) και του Κολωνακίου, την «αριστοκρατική» Κηφισιά, τη Φιλοθέη αλλά και την Καστέλα και το Φάληρο, όπου τα καλοκαίρια απολάμβαναν κολύμπι, ηλιοθεραπεία και θαλάσσια σπορ - για παραθερισμό πάντως δεν έπαψαν να κατεβαίνουν στην παραλιακή και όσοι άλλοι Αθηναίοι εδύναντο.

Δόξες γνώρισε και το «καζίνο» του Μαυροκέφαλου στην Πανεπιστημίου 64. Στο προπαγανδιστικό, τουριστικού χαρακτήρα γερμανικό φιλμ κάποιου Hans Bröker (1941), η Αθήνα φαντάζει ένας γραφικός εξωτικός προορισμός που σφύζει από ζωή, λουσμένος στο φως των διάσημων αρχαίων της μνημείων - αξιοσημείωτη η σκηνή με την Τσιγγάνα που «λέει το χέρι» σε πρόσχαρο αξιωματικό της Βέρμαχτ, ενόσω οι μαζικές ανά την Ευρώπη εκτοπίσεις Ρομά σε στρατόπεδα συγκέντρωσης ως κατώτερης ράτσας είχαν ήδη ξεκινήσει.   

Μαυραγορίτες, τοκογλύφοι κι ενεχυροδανειστές κάνανε «χρυσές δουλειές», εξ ου και το «βάστα Ρόμελ». Η στοά Αρσάκη ήταν η “Wall Street” της μαύρης αγοράς. Οι αυξημένες καταναλωτικές δυνατότητες όσων καρπώθηκαν τη ληστρική συσσώρευση, αντικατοπτρίζεται στις αγγελίες και τις διαφημίσεις στον αθηναϊκό ημερήσιο  και περιοδικό τύπο, καθώς και σε διαφημιστικά φυλλάδια.

«Μη σας πιάνει ο πανικός και τρέχετε να πωλήσετε όσο-όσο τα πράγματά σας προς εξεύρεσιν χρημάτων δια να ζήσετε εσείς και τα παιδιά σας…  Απευθυνθείτε εις την «ΒΕΡΙΤΑΣ» (Σταδίου 50, τηλ. 27.807). Είμεθα εις θέσιν να πωλήσωμε διά λογαριασμόν σας ό, τι νομίζετε ότι δύνασθε να στερηθήτε. Δεν αγοράζομεν εις εξευτελιστικάς τιμάς ό, τι αποκτήσατε με κόπον και ιδρώτα. Εκθέτομε εις τας αιθούσας μας και πωλούμε δια δημοπρασίας υπό τον έλεγχόν σας», διαλαλεί ρεκλάμα εποχής, θυμίζοντας γνωστή «αλυσίδα» ενεχυροδανειστηρίων η οποία «άκμασε» τα πρώτα ειδικά χρόνια της τωρινής κρίσης.

Άλλοι πάλι «σκότωναν» οτιδήποτε είχαν σε ακίνητο - κάπου 60.000 οικόπεδα σπίτια και διαμερίσματα άλλαξαν χέρια κατοχικά στην πρωτεύουσα. Το φαινόμενο αποτυπώθηκε και στο ρεμπέτικο τραγούδι: «Μικροί μεγάλοι γίνανε μαυραγορίτες όλοι / κι αφήσαν όλο τον ντουνιά με δίχως πορτοφόλι. Πουλήσαμε τα σπίτια μας και τα υπάρχοντά μας / για δυο ελιές κι ένα ψωμί να φάνε τα παιδιά μας» (Μιχάλης Γενίτσαρης).

Ορισμένοι πιο «δεύτεροι» μαυραγορίτες συλλαμβάνονταν και εκτελούνταν κατά περιόδους από τις κατοχικές αρχές προς επίδειξη νομιμότητας, ήταν εντούτοις «σταγόνα στον ωκεανό».

Μεταξύ 1941-44 υπήρξε μια τεράστια συσσώρευση κεφαλαίου σε γη και χρυσό στην Αθήνα και την Ελλάδα γενικότερα. Ενδιαφέρον υπήρχε και για έργα τέχνης, ειδικά για πίνακες του Ιακωβίδη που πιάνανε μέχρι μισό εκ. δρχ. στη Βουκουρεστίου αλλά και του Βολονάκη. Η νοθεία πάλι ήταν, εννοείται, κανόνας σε τρόφιμα και καύσιμα (πάνω από 80% στα τελευταία). Τα υπερκέρδη μαυραγοριτών και δωσιλόγων μείνανε μάλιστα στο μεγαλύτερο μέρος τους αλώβητα.

Η Αθήνα στα χρόνια της κατοχής: Μια τετραετία πρωτοφανών κακουχιών αλλά και αγωνιστικής έξαρσηςFacebook Twitter
 Στην ουρά για την αγορά τσιγάρων στο περίπτερο στη συμβολή της οδού Πανδρόσου με την πλατεία Μοναστηρακίου. Δεξιά το τζαμί Τζισδαράκη ή του Κάτω Παζαριού, όπως ήταν γνωστό, κτισμένο το 1759 από τον τότε βοεβόδα (διοικητή) της Αθήνας Τζισδαράκη. Φωτορεπορτάζ Κ.Κουρμπέτης, Ελληνικόν Φωτογραφικόν Πρακτορείον, 1941-1944 

Αντίσταση

Στην Αθήνα, μια από τις ελάχιστες πόλεις που υποδέχτηκαν τις δυνάμεις του Άξονα έρημες σχεδόν, με σφαλιστά πορτοπαράθυρα και που ούσα κατεχόμενη υπήρξε «αντάρτισσα» όσο λίγες, η αντίσταση ξεκινά «επίσημα» στις 20/9/42 όταν μέλη της οργάνωσης ΠΕΑΝ ανατίναξαν το κτίριο της οδού Πατησίων 8 και Γλάδστωνος.

Εκεί στεγαζόταν η εγχώρια φιλοναζιστική οργάνωση ΕΣΠΟ και τμήματα της Βέρμαχτ. Δεκάδες ήταν οι νεκροί. Οι Γερμανοί συνέλαβαν προδοτικά κι εκτέλεσαν τους υπαίτιους, τον Κώστα Περρίκο και τρεις ακόμα συντρόφους του.

Ωστόσο, η πρώτη αντιστασιακή πράξη έκανε ο εκφωνητής του Ραδιοφωνικού Σταθμού Αθηνών Κώστας Σταυρόπουλος, καλώντας αυτόβουλα τους πολίτες να συνεχίσουν τον αγώνα ακόμα και με τους Γερμανούς “ante portas” – δεν υπάρχει ανάλογο αντίστοιχο στην Ευρώπη, γράφει ο  ιστορικός Μενέλαος Χαραλαμπίδης.

Εκτός από τις απεργίες και τις διαδηλώσεις ήταν τα σαμποτάζ, οι δολιοφθορές, η κατασκοπεία, το ένοπλο εντέλει. Στην πρώτη γραμμή, μέχρι και η πολύ άγουρη νεολαία. Στην Αντίσταση πρωτοστάτησαν η οργάνωση Εθνική Αλληλεγγύη αρχικά, το ΕΑΜ ύστερα με κύρια βάση του τις  λεγόμενες «κόκκινες» ανατολικές συνοικίες της Αθήνας, για τις οποίες τον Σεπτέμβριο του ’44 υπήρξε εισήγηση στο γερμανικό επιτελείο να ισοπεδωθούν με άρματα μάχης και πυροβολικό - σχέδιο που απορρίφθηκε γιατί οι διαθέσιμες δυνάμεις δεν επαρκούσαν και θα διακινδύνευαν βαριές απώλειες. Από την άνοιξη του ’44, τα πράγματα αγριεύουν.

Οι ναζί και οι συνεργάτες τους στήνουν μπλόκα σε Κοκκινιά, Καισαριανή, Υμηττό, Δουργούτη. Εκατοντάδες κομμουνιστές, κυρίως, αλλά κι απλοί πολίτες που βρέθηκαν σε λάθος μέρος, τη λάθος ώρα εκτελούνται ομαδικά στο Σκοπευτήριο Καισαριανής και το στρατόπεδο-φυλακή του Χαϊδαρίου όπου και το διαβόητο «Μπλοκ 15».

Τόποι μαρτυρίου για πολιτικούς και μη κρατούμενους ήταν επίσης οι κατεδαφισμένες σήμερα φυλακές Αβέρωφ στην Αλεξάνδρας όπου σήμερα είναι το Δικαστικό Μέγαρο αλλά και οι επίσης κατεδαφισμένες φυλακές Συγγρού στον Ταύρο. ΟΠΛΑ και ΕΛΑΣ οργανώνουν αντίποινα (που ενίοτε περιλάμβαναν πολιτικούς αντιπάλους ανεξαρτήτως απόχρωσης όπως τροτσκιστές και αρχειομαρξιστές, συχνά δε εφάρμοζαν και την οικογενειακή ευθύνη).

Ταγματασφαλίτες, Χίτες, «Μπουραντάδες» (το μηχανοκίνητο της Ασφάλειας) και οι συν αυτώ «απαντούν» με ακόμα περισσότερη, ακόμα πιο αδιάκριτη βία. Τουλάχιστον 1.500 άνθρωποι χάθηκαν έτσι.  Εντυπωσιακό είναι, επίσης, πόσο ταιριάζει η ρητορική όσων κατηγορούσαν την αντίσταση ότι η δική της δράση προκαλούσε τις θηριωδίες των κατακτητών και των συνεργατών τους με εκείνη κάποιων σύγχρονων αναθεωρητών ιστορικών.

Η Αθήνα στα χρόνια της κατοχής: Μια τετραετία πρωτοφανών κακουχιών αλλά και αγωνιστικής έξαρσηςFacebook Twitter
 Δημήτριος Χαρισιάδης, Μαύρη Αγορά. Αθήνα, 1944 © Μουσείο Μπενάκη / Φωτογραφικά Αρχεία 

Πορνεία

Το αρχαιότερο των επαγγελμάτων γνώρισε «έκρηξη» επί Κατοχής αφού, πέρα από τις «επαγγελματίες» εργάτριες του σεξ, ουκ ολίγες γυναίκες εκπορνεύτηκαν για λόγους επιβίωσης, ανάμεσά τους κι Αρσακειάδες φοιτήτριες, κατά τις μαρτυρίες.

Αρκετοί μαυραγορίτες ήταν εξάλλου και μαστροποί. Ακριβώς όπως στις ταινίες, υπήρξαν επίσης εκδιδόμενες καθώς και διάσημες αρτίστες νυχτερινών καμπαρέ όπου σύχναζαν Γερμανοί αξιωματικοί οι οποίες συνεργάζονταν με την Αντίσταση επιστρατεύοντας τα κάλλη τους, όπως η Μπέμπα Βαλσαμάκη και η Ντενίζ Κοστάνζ του Δικτύου «Απόλλων-Υβόννη». 

Σε κάπου 5000 υπολογίστηκαν μεταπολεμικά οι εκδιδόμενες γυναίκες στην πρωτεύουσα. Σύχναζαν κυρίως στην Ομόνοια, στη στοά Νικολούδη, σε υπόγεια καμπαρέ και σε μεγάλα ξενοδοχεία. Το Ηθών τις κυνηγούσε με «ζήλο» που κληρονόμησε από τη μεταξική περίοδο αλλά συνήθως ο στρατός κατοχής τις απελευθέρωνε, όντας συχνός «πελάτης».

Πνευματικές απώλειες

Πηνελόπη Δέλτα (αυτοκτόνησε πίνοντας δηλητήριο στις 2/5/41). Γιοβάν Τσαούς (Οκτώβριος ’42, δηλητηρίαση από χαλασμένο αλεύρι). Κωστής Παλαμάς (27/2/43), η πάνδημη κηδεία του οποίου μετατράπηκε σε αντικατοχική πορεία με το πλήθος να τραγουδά τον εθνικό ύμνο και τον Άγγελο Σικελιανό να λέει «στο φέρετρο αυτό ακουμπάει η Ελλάδα» και να απαγγέλλει το «Ηχήστε Σάλπιγγες».

Ναπολέων Λαπαθιώτης (αυτοκτόνησε με πιστόλι στις 7/1/44). Σάββας Κυριακίδης (συνελήφθη για αντιστασιακή δράση, βασανίστηκε και στάλθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Νοεγκάμε όπου δολοφονήθηκε στις 12/4/44). Ανέστης Δελιάς (τον βρήκαν στις 31/7/44 στη Βαρβάκειο πεθαμένο από τις κακουχίες μέσα σε ένα καροτσάκι, μαζί με το μπουζούκι του). Αττίκ (29/8/44, αυτοκτόνησε με αντικαταθλιπτικά χάπια ύστερα από επεισόδιο με Γερμανό στρατιώτη, λίγο αφότου έπαιξε στα κινηματογραφικά «Χειροκροτήματα» του Γιώργου Τζαβέλλα).

Η Αθήνα στα χρόνια της κατοχής: Μια τετραετία πρωτοφανών κακουχιών αλλά και αγωνιστικής έξαρσηςFacebook Twitter
 «Μόλις εισήλθον αφήρεσαν όλα τα μεταφορικά μέσα κι έτσι… μόνο με τα πόδια συγκοινωνία!». Κατοχή, στην οδό Πατησίων. Διακρίνεται αριστερά το μέγαρο Σαριπόλου στη γωνία με την οδό Χαλκοκονδύλη. Διεύθυνσις Εγκληματολογικών Υπηρεσιών της Αστυνομίας, 1941-1944 

Απεργίες-διαδηλώσεις

Από τις λαμπρότερες αντιστασιακές σελίδες. Οι πρώτες μεγάλες απεργιακές κινητοποιήσεις στην κατεχόμενη Ελλάδα αλλά και την κατεχόμενη Ευρώπη γενικότερα άρχισαν τον Απρίλη του ’42 με τους λεγόμενους Τριατατικούς (Ταχυδρομεία – Τηλεγραφεία – Τηλεφωνεία) και συνεχίστηκαν όλο το καλοκαίρι, παρά τις απειλές της Ανωτάτης Γερμανικής Διοίκησης.

Κύρια αφορμή, ο λιμός. Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους το ΕΑΜ οργανώνει γενική απεργία στον Πειραιά και, παρά την άγρια καταστολή, δόθηκαν εντέλει αυξήσεις και πύκνωσαν τα συσσίτια.

Τον Δεκέμβριο σε φοιτητικές διαδηλώσεις Ιταλοί καραμπινιέροι δολοφονούν τον Μήτσο Κωνσταντινίδη στα Εξάρχεια, γωνία Ζαϊμη και Τοσίτσα – ο πρώτος νεκρός διαδηλωτής της Κατοχής. Στις αρχές του ’43, μαζικές κινητοποιήσεις και διαδηλώσεις με πολλούς νεκρούς και τραυματίες αποτρέπουν την υποχρεωτική πολιτική επιστράτευση που σχεδίαζαν οι ναζί. Τον Ιούλιο, δυναμικά παλλαϊκά συλλαλητήρια πάλι με δεκάδες νεκρούς και τραυματίες αποσόβησαν τελικά την επέκταση της βουλγαρικής ζώνης κατοχής στη Μακεδονία.

Τον Αύγουστο, μέχρι αστυνομικοί απεργούν για πρώτη φορά στα ελληνικά χρονικά. Στις διαδηλώσεις και τις απεργίες της Πρωτομαγιάς του ’44, συλλαμβάνονται 100 υπάλληλοι της Τηλεφωνικής εκτελούνται οι 15. Η αναμνηστική πλάκα που υπήρχε στο κτίριο του ΟΤΕ στο Μαρούσι αφαιρέθηκε τη δεκαετία του ‘ 90 όταν απέκτησε μετοχικό μερίδιο η Deutsche Telecom.  Η ίδρυση των Ταγμάτων Ασφαλείας από τον κατοχικό πρωθυπουργό Ράλλη έγινε, λέγεται, καταρχήν για λόγους αστυνόμευσης του ισχυρού εργατικού κινήματος που αναπτυσσόταν.  

Ενημέρωση

Οι περισσότερες αθηναϊκές προπολεμικές εφημερίδες (Αθηναϊκά Νέα, Ελεύθερο Βήμα, Ακρόπολις, Βραδυνή, Καθημερινή, Πρωινός Τύπος) συνέχισαν να κυκλοφορούν κανονικά, όντας βέβαια πλέον φερέφωνα των κατακτητών – υπόψη βέβαια ότι και επί Μεταξά ήταν «φιμωμένος» ο Τύπος.

Μόνο η εφημερίδα Ασύρματος έκλεισε με «άνωθεν εντολή», καθώς και το Έθνος, επειδή στις εγκαταστάσεις του πλέον εκδίδονταν δύο κατοχικές εφημερίδες για «εσωτερική χρήση» (στη γερμανική και την ιταλική γλώσσα αντίστοιχα). 

Ιδρύθηκαν επίσης τρεις εταιρίες για τον κάθετο έλεγχο του ελληνικού Τύπου, όπου «περισσότερο με προθυμία παρά υπό καθεστώς βίας έλαβαν μέρος οι Έλληνες επιχειρηματίες που δέχθηκαν να συνυπογράψουν τα ιδρυτικά καταστατικά με τους απεσταλμένους των Γκέμπελς και Ρίμπεντροπ, στους οποίους ανήκε η «μητρική» γερμανική ημικρατική εταιρία Mundus, δημιούργημα των υπουργείων Εξωτερικών και Προπαγάνδας του Γ’ Ράιχ», αναφέρει ο Δημοσθένης Κούκουνας στο βιβλίο «Η Ελληνική Οικονομία στην Κατοχή» (εκδ. Ερωδιός 2012).

Καθαρά προπαγανδιστικός ήταν πλέον και ο Ραδιοφωνικός Σταθμός Αθηνών, ο φιλοναζί κατοχικός διευθυντής του οποίου Ιωάννης Βουλπιώτης ήταν ταυτόχρονα γενικός διευθυντής της Siemens στην Ελλάδα. Στον αντίποδα, τον πόλεμο της ενημέρωσης εκπροσωπούσε με χίλια δυο ζόρια και κινδύνους ο παράνομος αντιστασιακός Τύπος (Ριζοσπάστης, Ελεύθερη Ελλάδα, Πρωτοπορία, το λογοτεχνικό περιοδικό Πρωτοπόροι κ.ά.) κι από κοντά τρικ, προκηρύξεις, αφίσες, συνθήματα σε τοίχους κ.ά, το δε παράνομο τυπογραφείο του ΕΑΜ στην Καλλιθέα επί της Σκρα επιβίωσε μέχρι τη γερμανική αποχώρηση.

Το Ελληνικόν Αίμα και η Ελεύθερη Σκέψη ήταν δύο ακόμα αξιόλογες παράνομες εκδόσεις από τις δεκάδες που κυκλοφόρησαν. Σπουδαία και πολύ ριψοκίνδυνη δουλειά κάνανε φωτογράφοι (Δημήτρης Χαρισιάδης, Βούλα Παπαϊωάννου, Κώστας Παράσχος) και φωτορεπόρτερ της εποχής, πολλοί εκ των οποίων προωθούσαν λογοκριμένες ή «απαγορευμένες» φωτογραφίες σε συμμαχικά μέσα όπως το Associated Press, σύμφωνα με μαρτυρία του Μανώλη Μεγαλοκονόμου.

Εβραίοι της Αθήνας

Αντίθετα από πολλές άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, οι περισσότεροι από τους 3.000 εβραϊκής καταγωγής Αθηναίους καθώς επίσης αρκετοί φυγάδες από άλλα μέρη της χώρας διασώθηκαν χάρη στις ενέργειες του αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού (που μεταξύ άλλων δρομολόγησε εικονικές βαφτίσεις και μικτούς «γάμους») και του αστυνομικού διευθυντή Άγγελου Έβερτ που τους προμήθευσε πλαστά χαρτιά, τους κάλυπταν δε κατά κανόνα και οι ιταλικές αρχές μέχρι το φθινόπωρο του ’43. Παρότι κάπου 800-1000 εντέλει συνελήφθησαν και κατέληξαν στα Νταχάου, η Αθήνα υπήρξε ίσως η μόνη μεγάλη πόλη στη Γηραιά Ήπειρο της οποίας ο εβραϊκής καταγωγής πληθυσμός βρέθηκε αυξημένος μεταπολεμικά.    

Η Αθήνα στα χρόνια της κατοχής: Μια τετραετία πρωτοφανών κακουχιών αλλά και αγωνιστικής έξαρσηςFacebook Twitter
 Μικροπωλητής πουλά παπούτσια στην οδό Αθηνάς κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής. Φωτορεπορτάζ Κ.Κουρμπέτης, Ελληνικόν Φωτογραφικόν Πρακτορείον, 1941-1944 

Κατοχικά στιγμιότυπα 

Από την έκδοση Μαρτυρίες/Η  Αθήνα της Κατοχής ’41-’44 (εκδ. Κέδρος 1982)

Τα εσπεριδοειδή στο… απόσπασμα: «Έφτασαν (οι Γερμανοί τον Απρίλη του ‘41) στο Ελληνικό κουρασμένοι και νηστικοί και την πλήρωσαν αμέσως οι λεμονιές και οι νεραντζιές, Χύθηκαν πάνω στα δέντρα και καταβρόχθιζαν τους πικρόξινους καρπούς λες και ήταν κουραμπιέδες» (αναμνήσεις της συγγραφέως Μαρίας Ιορδανίδου)

Η αγωνία της πληροφόρησης ως ανέκδοτο: «Σκοτώθηκε ένας Γερμανός και είπαν ότι Έλληνες το κάνανε. Τότε κάποιος λέει, αδύνατον να τον σκότωσαν Έλληνες. «Γιατί;», ρώτησαν οι άλλοι. «Ο Γερμανός σκοτώθηκε στις 8.45. Στις 8.40 αρχίζει η (παράνομη, φυσικά) εκπομπή του BBC και επομένως δεν υπήρχε Έλληνας έξω!» (μαρτυρία Σταύρου Βραχνού).

Forza Italia: «Ένα από τα χαρακτηριστικότερα θεάματα ων πρώτων ημερών της ιταλικής κατοχής ήτο το θέαμα της επιδεικτικής τους περιπολίας στους δρόμους των Αθηνών. Προηγούντο 5-6 μοτοσικλέτες με βερσαλιέρους, ακολουθούσαν δυο μεγάλα φορτηγά με απειλητικά γυρισμένα στον κόσμο βαριά πολυβόλα, μερικές δεκάδες στρατιώτες οπλισμένοι σαν αστακοί, πίσω  τους δε έρχονταν κι άλλες μοτοσικλέτες. Όλα αυτά μαζί έκαναν όσο περισσότερο θόρυβο μπορούσαν. Αντί να μας τρομοκρατήσουν όμως, εμεγάλωναν ακόμη περισσότερο τη διάθεση για αμείλικτο γέλιο» (Αχιλλεύς Κύρου).

Ποδαρόδρομοι επιβίωσης: Πάρε να ’χεις! (είδα τη «γλύκα» όταν κάποτε έκανα πεζή το Γκάζι-Μαρούσι). «Κυριακή 12 Οκτ. 1941. Δεν μοίρασαν ψωμί. Ζύμωσα για πρώτη φορά στη ζωή μου… Πέμπτη 16 Οκτ. Στη Φιλοθέη για κάτι σαρδέλες. Στο Χαλάνδρι για λίγο γάλα. Γύρισα σπίτι νύχτα μες τη βροχή κι αγρίεψα… Τρίτη 21 Οκτ. Τη διαδρομή Ψυχικό-Ωδείο Αθηνών στην Πειραιώς την κάνω σχεδόν πάντα με τα πόδια. Στο ένα χέρι κρατώ την τσάντα με τα βιβλία και στο άλλο ένα αδειανό ταγάρι για να ρίξω μέσα ό,τι βρω στο δρόμο μου. Σήμερα ήμουν τυχερή. Αγόρασα ένα κίτρο, 3.5 οκάδες κάστανα και κάτι πίτες από πατικωμένες σταφίδες, ίσως σάπιες και σκουληκιασμένες». (ανέκδοτο ημερολόγιο Μαρίας Μαρκογιάννη).

Πείνα παιδική: «Ο κύριος Κουτσουμάρης του Ερυθρού Σταυρού είχε δημιουργήσει το συσσίτιο των «αλητόπαιδων»… πεινασμένων παιδιών δηλαδή που κατέβαιναν στην Ομόνοια για να ζεσταθούν πάνω στη σχάρα του υπόγειου τρένου (σκηνές που επαναλήφθηκαν με το μεταναστευτικό/προσφυγικό). Ένα πιάτο φασόλια είχαμε και καμια φορά, μια φέτα ψωμί. Παιδιά με πρησμένες κοιλιές, παιδιά 5 και 7 χρονών με γένια από την ασιτία. Κανένα δε ζήτησε ποτέ παιχνίδι. Όλα ζητούσαν φαγητό, τα περισσότερα ψωμί». (Έρση-Αλεξία Χατζημιχάλη).

Αντίσταση και πάλη: «Τα συνεργεία των ΕΠΟΝιτών αλώνιζαν κυριολεκτικά μέρα και νύχτα όλη την περιοχή από το Σύνταγμα στη Βάθη κι από το Κολωνάκι στο Μοναστηράκι (για να πείσουν τους καταστηματάρχες να συμμετάσχουν σε απεργία το ‘41). Παίζοντας αδιάκοπα κρυφτό με τον κίνδυνο, δεν άφηναν μαγαζί που να μην μπούνε μέσα για να μιλήσουν με εργοδότες κι εργαζόμενους. Να δώσουν προκηρύξεις και εφημερίδες. Να μεταφέρουν το μήνυμα της αντίστασης. Και ύστερα, όταν νύχτωνε, να ξενυχτάνε με χαρά με το πινέλο στο χέρι, γράφοντας συνθήματα που καλούσαν τον λαό στον αγώνα. Το τέλος κάθε μεγάλης κινητοποίησης μας έβρισκε συνήθως στο ”γεφυράκι”, στο Πεδίο του Άρεως…»  (Ηλίας Στάβερης, ΕΠΟΝ Εργατών).

Αντίσταση ΙΙ: «Πήγαινα στο Ε’ Γυμνάσιο που ήταν περιβόητο για τις ανταρσίες του. Σκεφτείτε ότι πετούσαμε μέχρι χειροβομβίδες από τα παράθυρα. Μια μέρα οι Γερμανοί κάνανε μπλόκο. Κάποιος με είχε καρφώσει… Με πέταξαν στα μπουντρούμια της οδού Κοραή. Το ξύλο άρχισε αμέσως… δε θυμάμαι πόσες μέρες με δέρνανε… ήμασταν πολλοί κρατούμενοι, για διάφορες αιτίες. Ανάμεσά μας νομίζω και η πριγκίπισσα Αλίκη, καλόγρια. Η μητέρα του Φιλίππου (της Αγγλίας) και πριγκίπισσα του Μαουντμπάτεν, που είχε αρνηθεί να εγκαταλείψει την Ελλάδα… Τις δύο πρώτες μέρες έχασα δύο δόντια από το ξύλο. Κατόπιν δεν καταλάβαινα πια…» (Ν. Π. Μπρατσιώτης σε έρευνα της Βραδυνής το ’79)

Αναμνήσεις ενός ναζί φαντάρου: «Μια φορά το μήνα λαμβάναμε ένα πρόσθετο συσσίτιο που προσπαθούσαμε να ανταλλάξουμε έναντι χρημάτων ώστε να αυξήσουμε το πενιχρό μας εισόδημα… Κάτι τέτοιο φυσικά δεν επιτρεπόταν αλλά αγοραστές βρίσκαμε γρήγορα. Κλείναμε τις συμφωνίες μας βιαστικά σε στοές ή γωνίες σπιτιών. Ομολογώ δυστυχώς ότι πουλούσαμε κονσέρβες με πολτό μήλου για κρέας! Δεν καταλάβαιναν αρχικά τη διαφορά…   Μιλώντας για το ξενοδοχείο μας στην Αθήνα, μου έρχονται στο νου τα μικρά τετραπέρατα Ελληνόπουλα που μας περίμεναν με το κασελάκι τους απέξω. Όταν μας κοιτούσαν τόσο καλοκάγαθα με τα σκούρα τους ολοστρόγγυλα μάτια, δεν μπορούσαμε να αρνηθούμε την παράκλησή τους: “Γυαλίσει παπούτσια, καμεράντ;”. Με μια μικρή μελωδία στα χείλη τα κάνανε να αστράφτουν στο άψε-σβήσε». (Helmut Kadlubski, 1942).

Και τα «έξυπνα» όμως πουλιά από τη μύτη πιάνονται: «Μας πουλάγανε κάτι Γερμανοί ζάχαρη. Οι δικοί μας θέλανε να αγοράσουν αλλά δεν είχανε λεφτά. Σκέφτηκαν λοιπόν να τους δώσουν κάτι άχρηστες τουρκικές λίρες που είχαν διασκορπιστεί στον Πειραιά από την ανατίναξη ενός φορτηγού πλοίου. Οι Γερμανοί πήρανε τις λίρες και πήγαν φυσικά στις μπιραρίες και τα ζαχαροπλαστεία, όπου κι έμαθαν ότι την πάθανε, ήταν όμως αδύνατο να κάνουν καταγγελία γιατί κι εκείνοι τη ζάχαρη κλεμμένη την είχανε…»  (αναμνήσεις ζωγράφου Περικλή Βυζάντιου, 1941)

Η αθέατη πλευρά των Ιταλών: «Δεν ήταν μόνο οι τενόροι και οι μπάσοι της όπερας. Ήταν γυμνασμένοι, τελειοποιημένοι κατάσκοποι, αμείλικτοι σφαγιασταί, σαδισταί στα βασανιστήρια. Μαζί με τα κοκορόφτερα και τα τρικαντό ήρθαν στην πρωτεύουσα χιλιάδες ολόκληρες Ιταλών, χωρίς στολή. Η μυστική τους αστυνομία, η Κόντρα Σπιονάτζιο (Αντικατασκοπεία) ήταν μια οργάνωσις μπροστά στην οποία η περίφημη Γκεστάπο ήταν αθώα και ακίνδυνη…» (Αχιλλεύς Κύρου, 1942).

«Ψυχή βαθιά»: «Περνούσαν από δω τα αυτοκίνητα για τις εκτελέσεις στο Γουδί και την Καισαριανή. Βασιλέως Γεωργίου λεγόταν τότε ο δρόμος, Αγωνιστών Στρατοπέδου Χαϊδαρίου σήμερα. Γύρω-γύρω ήταν οι χωροφύλακες όρθιοι, οι κρατούμενοι καθιστοί. “Βοηθήστε μας!”, λέγανε οι γονείς τους, κλαίγανε στο δρόμο οι αδερφές τους. “Πάμε για εκτέλεση… εσείς συνεχίστε τον αγώνα!”, αποκρίνονταν. Μετά σταματήσανε κι άρχισαν να τους εκτελούν μέσα στο στρατόπεδο. Τους παίρνανε εκτελεσμένους κι έτρεχε το αίμα στο δρόμο και το χώμα γινότανε λάσπη. Αυτή η εποχή να πάει και να μην έρθει». (Κούλα Χριστοδουλίδη, 1944). 

Η Αθήνα στα χρόνια της κατοχής: Μια τετραετία πρωτοφανών κακουχιών αλλά και αγωνιστικής έξαρσης

Η πηγή εδώ

 

TZIOBAS i ellada apo ti xounda stin krisi 2

Για τη μελέτη του Δημήτρη Τζιόβα «Η Ελλάδα από τη Χούντα στην Κρίση – Η κουλτούρα της Μεταπολίτευσης» (μτφρ. Ζωή Μπέλλα, Γιάννης Στάμος, εκδ. Gutenberg).

Του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη

Στην εποχή των διεπιστημονικών συγκλίσεων, η Μεταπολίτευση, που ξεκίνησε με την πτώση της δικτατορίας και έφτασε μέχρι την ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το κρίσιμο 1989 και τη μετέπειτα πορεία της Ελλάδας μέχρι την οικονομική κρίση της δεκαετίας του 2010, αξίζει να εκτιμηθεί συνολικά. Όχι μεμονωμένα ιστορικά, πολιτικά, λογοτεχνικά, κοινωνικά, αλλά ευρύτερα πολιτισμικά ως ένα πεδίο ποικίλων δράσεων, οι οποίες αλληλεπιδρούν, ώστε να δημιουργήσουν το προφίλ του Νεοέλληνα, πριν και μετά την έλευση της τρίτης χιλιετίας.

Ο Δημήτρης Τζιόβας, γνωστός και εμβριθής Νεοελληνιστής, έχει περάσει, καιρό τώρα, από την ανάλυση της λογοτεχνίας ως φιλολογικού αντικειμένου στην πολιτισμική θεώρησή της και πλέον ανάγεται σε ευρύτερα κοινωνικοπολιτισμικά συμπεράσματα για όλη την ελληνική κουλτούρα. Μελετώντας, λοιπόν, την εποχή από το 1974 έως σήμερα συμπεραίνει ότι είναι η εποχή των ταυτοτήτων, καθώς όλα συγκλίνουν στην αναζήτηση προσωπικών και συλλογικών προσδιορισμών και εντάξεων, περισσότερο ρευστών ταυτίσεων και λιγότερο απόλυτων, δεσμευτικών αφοσιώσεων.

Μελετώντας, λοιπόν, την εποχή από το 1974 έως σήμερα συμπεραίνει ότι είναι η εποχή των ταυτοτήτων, καθώς όλα συγκλίνουν στην αναζήτηση προσωπικών και συλλογικών προσδιορισμών και εντάξεων, περισσότερο ρευστών ταυτίσεων και λιγότερο απόλυτων, δεσμευτικών αφοσιώσεων.

Με άλλα λόγια, ο Νεοέλληνας αναζητεί ιδεολογίες και σύνολα στα οποία μπορεί να εντοπίσει κοινές παραμέτρους με τις δικές του, όσο κι αν δεν προσχωρεί απόλυτα σ’ αυτές. Ανάμεσα στο άτομο και το έθνος, ανάμεσα στις φιλοδυτικές και αντιδυτικές απόψεις, ανάμεσα στο τοπικό και το παγκόσμιο, ανάμεσα στο προοδευτικό και το συντηρητικό, το παραδοσιακό και το νεωτερικό, ο σύγχρονος Έλληνας επιχειρεί να βρει το στίγμα του. Από την πολιτική δηλαδή εξουσία περνάμε στις έννοιες της πολιτισμικής ηγεμονίας, όπου η πολιτική, η κοινωνική, η καλλιτεχνική κ.λπ. πυραμίδα εντάσσεται σε μια γενικότερη τάση πολιτισμικών πλειονοτήτων και μειονοτήτων, φωνών και ανταγωνισμών. Οι παλιές διαιρέσεις και διπολισμοί δεν έχουν πάψει να υπάρχουν, αλλά αφενός τα όριά τους μετακινούνται συνεχώς κι αφετέρου νέα χωράφια αναδιατάσσονται όσο το νερό του ποταμού οδηγείται σε πλημμυρίδες ή σε αμπώτιδες. Περισσότερο, ο Δημήτρης Τζιόβας βλέπει έναν πολυκεντρισμό, όπου ποικίλες τάσεις και πολιτισμικά μοντέλα συνυπάρχουν σε ένα είδος υβριδοποίησης, τέτοιας που δείχνει μια Ελλάδα αντιφατική όσο και πολύμορφη, ετερόκλιτη όσο και πολυδιάστατη.

TZIOBAS 2

Ο Δημήτρης Τζιόβας γεννήθηκε στα Ιωάννινα το 1957 και είναι καθηγητής Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Birmingham της Αγγλίας. Την περίοδο 2000-2003 διετέλεσε Διευθυντής του Κέντρου Βυζαντινών, Οθωμανικών και Νεοελληνικών Σπουδών του ιδίου Πενεπιστημίου. Έχει διδάξει ως επισκέπτης καθηγητής σε πολλά πανεπιστήμια της Ευρώπης και της Αμερικής και διευθύνει τη μεταφραστική σειρά νεοελληνικής λογοτεχνίας που εκδίδεται από το Κέντρο Βυζαντινών, Οθωμανικών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Birmingham. To 2011 του απονεμήθηκε το βραβείο του περιοδικού Διαβάζω για το βιβλίο του Ο μύθος της Γενιάς του Τριάντα: Νεοτερικότητα, ελληνικότητα και πολιτισμική ιδεολογία (Πόλις 2011) και το 2022 του απονεμήθηκε το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Γραμμάτων για τη συνολική του προσφορά στα γράμματα. Η αγγλική έκδοση του παρόντος βιβλίου επελέγη από την αρμόδια επιτροπή για τη βραχεία λίστα του βραβείου Runciman.

Σ’ αυτόν τον παρονομαστή επίκεινται ποικίλοι αριθμητές, όπως ο αντιαμερικανισμός και οι φιλο/αντι-ευρωπαϊκές απόψεις, η ορθοδοξία και ο θρησκευτικός σκεπτικισμός, η σύνδεση με την αρχαιότητα και ο απογαλακτισμός από αυτήν, η ισχυρή παρουσία στο νεοελληνικό φαντασιακό του Εμφυλίου, η ελληνική ταυτότητα και η κρίση που επέφερε σ’ αυτήν η μετανάστευση και η παγκοσμιοποίηση, η σχέση με τον Άλλο, τον Τούρκο ή τον Εβραίο, οι μάχες για την ελληνική γλώσσα στις ποικίλες μορφές της, ο λογοτεχνικός παράγοντας από τα ευπώλητα ως την ποίηση κι από την πολύμορφη πεζογραφία μέχρι την κριτική, η (επιδιωκόμενη) πολυφωνία των ΜΜΕ, ο κινηματογράφος που εκτείνεται από τον προβληματισμό για την Ιστορία σ’ αυτόν για την οικογένεια, οι νέες υποκουλτούρες των νέων, των γυναικών, της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας, η εικόνα της Ελλάδας στο εξωτερικό κ.ά.

Ο καθηγητής κάνει μια εκτενή χαρτογράφηση των πολιτισμικών κομματιών ενός πολύχρωμου παζλ και δείχνει ότι όλα τα φαινόμενα διαρρηγνύουν παλιές βεβαιότητες κι ανοίγουν δρόμους προς ποικίλες, φυγόκεντρες συχνά, διευθύνσεις.

Έρχεται ως μια καθολική αρχή να συνομαδώσει πολλά ετερόκλιτα στοιχεία και να προτείνει μια συνολική θεώρησή τους, όχι στους μεμονωμένους χώρους της λογοτεχνίας ή της πολιτικής, αλλά στο φιλόξενο περιβάλλον των πολιτισμικών σπουδών.

Μπορούμε να θεωρήσουμε ότι όλα τα παραπάνω συγκλίνουν σε έναν κοινό παρονομαστή, σ’ αυτόν της αναζήτησης ταυτότητας; Με άλλα λόγια, είναι πειστικό να εκλάβουμε τις ταυτότητες ως την ομπρέλα, κάτω από την οποία στεγάζονται τα ΜΜΕ κι η λογοτεχνία, ο φεμινισμός κι η ευρωπαϊκότητα στο ελλαδικό τοπίο των τελευταίων πενήντα χρόνων; Παρότι είναι μια φιλότιμη προσπάθεια για μια μεγάλη αφήγηση που να ομαδοποιεί, να ταξινομεί και να ερμηνεύει, θα έλεγα ότι, ακριβώς επειδή τα χρόνια αυτά διακρίνονται από φυγόκεντρες τάσεις και πολυεστιακά κέντρα, είναι δύσκολο να τα συμπεριλάβει κανείς σε έναν κοινό άξονα. Κι ακόμα περισσότερο, ο ίδιος ο συγγραφέας, ενώ περιγράφει εξαιρετικά όλες αυτές τις γραμμές της νεοελληνικής ζωής, δεν προχωρά ομαλά και πειστικά στη σύγκλισή τους, δεν αποδεικνύει δηλαδή εκτενώς πώς ορίζουν ταυτότητες· ο προσδοκώμενος στόχος της ταυτοτικής ερμηνείας μένει λίγο εκκρεμής και λιγότερο αιτιολογημένος απ’ όσο θα έπρεπε.

gutenberg TZIOBAS i ellada apo ti xounda stin krisiΧωρίς να έχω να αντιπροτείνω μια καθολική εξήγηση, νομίζω ότι είναι ποικίλα τα εκκρεμή που κινούνται και καλύπτουν τη νεοελληνική πραγματικότητα των τελευταίων πενήντα χρόνων. Ανάμεσα στο τοπικό και το παγκόσμιο, ανάμεσα στο ιδιωτικό και το δημόσιο, που προτείνει ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου στο βιβλίο του, ανάμεσα στο νεωτερικό και το προνεωτερικό, ίσως δεν υπάρχει μία και μόνη μεγάλη αφήγηση, που να στεγάζει επαρκώς όλα τα εξεταζόμενα φαινόμενα και να ερμηνεύει εν μέρει ή εν όλω τις κατευθύνσεις, τις τάσεις και τα μπρος-πίσω της ελληνικής σκέψης και πράξης. Μέχρι ενός σημείου αυτό μπορεί να θεωρηθεί αναζήτηση ταυτότητας, αλλά συνάμα προεκτείνεται και σε άλλες πολιτισμικές πρακτικές, πολιτικές επιλογές και κοινωνικές τάσεις. Το τοπικό με το επιμέρους αλλά και το εθνικό, με την Ιστορία αλλά και την παράδοση από τη μία και το παγκόσμιο με τις ξένες επιδράσεις, το άνοιγμα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τις κοινωνικές αλλαγές φαίνεται ως μια εξίσου γενική τοποθέτηση, που μπορεί να ερμηνεύσει πολλά ή όλα.

Ούτως ή άλλως, η μελέτη του Δημήτρη Τζιόβα έρχεται σαν οδοστρωτήρας να ισιώσει τα ανώμαλα, ανεξερεύνητα και ασαφή σαμαράκια της ελληνικής ασφάλτου. Έρχεται ως μια καθολική αρχή να συνομαδώσει πολλά ετερόκλιτα στοιχεία και να προτείνει μια συνολική θεώρησή τους, όχι στους μεμονωμένους χώρους της λογοτεχνίας ή της πολιτικής, αλλά στο φιλόξενο περιβάλλον των πολιτισμικών σπουδών. Έτσι, όποιος μελετήσει το βιβλίο, θα έχει στα χέρια του ένα πολυεργαλείο, για να ξεκλειδώσει πολλές πτυχές του σύγχρονου βίου μας. Θα καταλάβει πιο ευρέως αυτή τη μετα- και διά- εποχή, όπως λέει ο ίδιος ο Δημήτρης Τζιόβας σε συνέντευξή του στον Γιάννη Πανταζόπουλο (Lifo, 7.8.2022), σε μια εποχή όπου όλα συνδέονται κι όλα βαραίνουν σε ένα (άδηλα) οργανωμένο χάος.

Το βιβλίο είναι ένας πολύτιμος οδηγός σκέψης και εξήγησης που με πανοραμικό τρόπο προσφέρει περιγραφικές και ερμηνευτικές εκδοχές της νεοελληνικής πραγματικότητας, έτσι ώστε ο καθένας να προεκτείνει ή να κρίνει αναλογικά πολλά επιμέρους σημεία του βίου μας.


 Ο ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ είναι διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας, κριτικός βιβλίου και συγγραφέας. Τελευταίο του βιβλίο, το μυθιστόρημα «Πυθαγόρας» (εκδ. Καστανιώτη).

Η πηγή εδώ 

Τετάρτη 24 Μαρτίου 2021

Η παγκόσμια απήχηση της Επανάστασης του 1821

 

        Nαυαρίνο

Η παγκόσμια απήχηση της Επανάστασης του 1821
Προσυνεδριακή διαδικτυακή εκδήλωση
Η Επανάσταση του 1821 υπήρξε ένα γεγονός με παγκόσμια απήχηση. Όμως, αυτή η απήχηση δεν έχει εξερευνηθεί, πέραν του Φιλελληνισμού. Αυτούς τους διεθνείς ορίζοντες της Επανάστασης αποσκοπεί να εξερευνήσει ένα μεγάλο διεθνές συνέδριο, με προσκεκλημένους ερευνητές και ερευνήτριες από όλο τον κόσμο που οργανώνει το επιστημονικό περιοδικό Historein/Ιστορείν με την υποστήριξη της Εθνικής Τράπεζας, στο πλαίσιο των δράσεων της «Πρωτοβουλίας 1821-2021».
Δυστυχώς, οι εξελίξεις της πανδημίας επέβαλαν τη μεταφορά του συνεδρίου για τον Ιούνιο του 2022. Ωστόσο, φέτος πρόκειται να πραγματοποιηθεί μια διαδικτυακή προσυνεδριακή συζήτηση με το ίδιο θέμα την Τρίτη 30 Μαρτίου 2021 και ώρα 18.00. Στην εκδήλωση θα συμμετάσχουν με δεκάλεπτες εισηγήσεις οι συντονίστριες και συντονιστές των θεματικών ενοτήτων του συνεδρίου: Κωνσταντίνα Ζάνου (Columbia University), Αλέξανδρος Κιτροέφ (Haverford College), Ευγενία Παλιεράκη (Cergy Paris Université), Δημήτρης Κουσουρής (Πανεπιστήμιο Βιέννης), Άντα Διάλλα (Σχολή Καλών Τεχνών), Δημήτρης Πλάντζος (Πανεπιστήμιο Αθηνών), Ιωάννης Κουμπουρλής (Πανεπιστήμιο Κρήτης), Μιχάλης Σωτηρόπουλος (ΕΚΠΑ) και Αντώνης Λιάκος (ΕΚΠΑ-Historein). Συντονίστρια της συζήτησης θα είναι η Μαριλένα Κατσίμη (δημοσιογράφος ΕΡΤ).
Στη διαδικτυακή συζήτηση θα παρουσιαστούν θέματα που εξετάζουν την Ελληνική Επανάσταση στο ευρύτερο μεσογειακό γεωγραφικό και πολιτισμικό της πλαίσιο, τη σχέση της με τη Βόρεια και τη Λατινική Αμερική, την επίδραση της στα Βαλκάνια και στον Οθωμανικό χώρο, την πρόσληψή της από την Αυτοκρατορική Ρωσία, καθώς και ζητήματα που έχουν σχέση με την αρχαιότητα και τις αρχαιότητες, την ευρωπαϊκή ιστοριογραφική παραγωγή για το 1821 και τέλος, τον Αγώνα στην εποχή των ιδεών του φιλελευθερισμού.
Το κοινό μπορεί να παρακολουθήσει την διαδικτυακή εκδήλωση και να θέσει τις ερωτήσεις του στη συζήτηση μέσω YouTube και Facebook Live στα κανάλια επικοινωνίας της Πρωτοβουλίας.
 
Χρήσιμοι σύνδεσμοι:
Δείτε εδώ το πρόγραμμα της εκδήλωσης. Περισσότερες πληροφορίες: https://www.protovoulia21.gr/draseis/global1821/
 
Μπορείτε να παρακολουθήσετε την εκδήλωση απευθείας στο YouTube κανάλι της Πρωτοβουλίας 1821-2021 στον παρακάτω σύνδεσμο: https://www.youtube.com/watch?v=jD_K_iEws8s
 
Στον κόμβο του περιοδικού Historein (https://ejournals.epublishing.ekt.gr/inde.../historein/index)
Στον κόμβο του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης http://www.ekt.gr/
 
Περισσότερες πληροφορίες για το Διεθνές Συνέδριο «Η παγκόσμια πρόσληψη της Ελληνικής Επανάστασης», 8 έως 10 Ιουνίου 2022 με την υποστήριξη της Εθνικής Τράπεζας στο πλαίσιο της Πρωτοβουλίας 1821-2021:

Απομνημονεύματα του Στρατηγού Ιωάννη Μακρυγιάννη

 

Τα «Απομνημονεύματα του Στρατηγού Ιωάννη Μακρυγιάννη» σε e-book, δωρεάν διάθεση

Τα «Απομνημονεύματα του Στρατηγού Ιωάννη Μακρυγιάννη» σε e-book, δωρεάν διάθεση

«Απομνημονεύματα του Στρατηγού Ιωάννη Μακρυγιάννη»

Δωρεάν e-book

«Ο Στρατηγός έγραψε τα Απομνημονεύματά του με φωνητική ορθογραφία και μ΄ ένα γραφικό χαρακτήρα ιδιότυπο και σχεδόν ακατανόητο σ΄ έναν αναγνώστη που δεν έχει εξασκηθεί ειδικά. Το έργο έμεινε άγνωστο αρκετές δεκαετίες, ώς ότου το ανακάλυψε ο Γιάννης Βλαχογιάννης και το πρόσφερε στο έθνος. Το μετάγραψε σε κανονική ορθογραφία, εργαζόμενος απάνω στο χειρόγραφο, όπως μας λέει ο ίδιος, δέκα εφτά μήνες, το διαίρεσε σε βιβλία και κεφάλαια και το δημοσίευσε στα 1907 μαζί μ΄ ολόκληρο το Αρχείο του Στρατηγού, συνοδεύοντας την έκδοση με πολύτιμα σχόλια και επεξηγηματικές υποσημειώσεις.

Η βασική παρεξήγηση είναι ότι έχει επικρατήσει, στη διανοούμενη Ελλάδα, η συνήθεια να θεωρείται ο Μακρυγιάννης σαν ένας απλός και ανεύθυνος άνθρωπος του λαού, παρθένος από κάθε εσωτερικό δούλεμα και κάθε προσωπικό στοχασμό, σαν ένας αυτόματος δημοτικός τραγουδιστής σε πεζό. Τα Απομνημονεύματά του παρουσιάζονται έτσι σαν ένα γραφτό έργο αντίστοιχο της «λαϊκής τέχνης», σπουδαίο, βέβαια, στο είδος του, αλλά που η σπουδαιότητά του βρίσκεται ακριβώς στην έλλειψη συνείδησης και ευθύνης του δημιουργού του, στην απλότητα της ψυχής του και της σκέψης του, στον αφελή αυθορμητισμό του. Και λαϊκός είναι βέβαια, ο άνθρωπος, βουτηγμένος με χαρά στη λαϊκότητα περισσότερο από κάθε άλλον Έλληνα πεζογράφο, όχι όμως έτσι όπως τον φαντάζονται. Κατά βάση λαϊκός στην έκφραση, στο γούστο, στη θεώρηση του κόσμου, όμως κάμποσα κεφάλια ψηλότερος από το πλήθος, πολύ έντονα ατομικός, στο έργο του όσο και στη ζωή του, και τρικυμισμένος από ευγενικά πάθη και αγωνίες. Πιστεύω ότι, παρά την απλότητα της φρασεολογίας του, ο Στρατηγός Μακρυγιάννης δεν είναι απλός συγγραφέας. Είναι περίπλοκος».

(Γ. θεοτοκάς, «Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης», περιοδικό Νέα Εστία 1941)

Κατεβάστε το βιβλίο: «Απομνημονεύματα του Στρατηγού Ιωάννη Μακρυγιάννη»

Το e-book διανέμεται ελεύθερα με άδεια χρήσης:

Creative Commons Attribution/Share-Alike LicenseΒικιθηκη

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2021

Ψηφιακή εκδοτική σειρά των ΑΣΚΙ

 


2| Απελευθέρωση - Δεκεμβριανά '44. Πόλεμος και ειρήνη στη μετακατοχική Αθήνα
Συζητούν:
Α) Ημέρες της Απελευθέρωσης: Χάγκεν Φλάισερ - Ιωάννα Παπαθανασίου - Ηλίας Νικολακόπουλος
Β) Η κοινωνική διάσταση των Δεκεμβριανών: Μενέλαος Χαραλαμπίδης - Ηλίας Νικολακόπουλος


Αποχαιρετώντας το δύσκολο 2020 σας παρουσιάζουμε τη δεύτερη έκδοση της ψηφιακής σειράς ανοιχτής πρόσβασης των ΑΣΚΙ «2 Αιώνες σε 21 Εκπομπές». Η έκδοση αφορά μία από τις πιο κρίσιμες περιόδους της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας και περιλαμβάνει δύο συζητήσεις.

Στην πρώτη, με τίτλο «Ημέρες της Απελευθέρωσης», ο Χάγκεν Φλάισερ, ένας από τους παλαιότερους και σημαντικότερους μελετητές της ιστορίας της δεκαετίας του 1940 στην Ελλάδα, συνομιλεί με την ιστορικό Ιωάννα Παπαθανασίου και τον πρόεδρο των ΑΣΚΙ, Ηλία Νικολακόπουλο, για τις ελπίδες, τις επιθυμίες και τους φόβους των πυκνών ημερών του φθινοπώρου του 1944. Στις 12 Οκτωβρίου, οι Γερμανοί εγκατέλειπαν την Αθήνα ύστερα από τριάμισι χρόνια ναζιστικής Κατοχής και ο λαός πλημμύριζε του δρόμους της πόλης. Πώς, όμως, και με ποιους όρους γιορτάστηκε η Απελευθέρωση; Τι προηγήθηκε κατά τους τελευταίους μήνες της Κατοχής, ποια ήταν τα σχέδια κάθε πλευράς και πώς οργανώθηκε η επόμενη μέρα; Τι συνέβη με τους δωσίλογους και ποια ήταν τα βασικά επίδικα της περιόδου; Πώς το σύνθημα του ΕΑΜ για «λαοκρατία» αντικαταστάθηκε από εκκλήσεις για «αυτοσυγκράτηση» και για πόσο; Πώς εξελίχθηκε η Απελευθέρωση στις υπόλοιπες περιοχές της χώρας; Η έκδοση περιλαμβάνει και μία πολύτιμη μαρτυρία του Σπύρου Ι. Ασδραχά για την Απελευθέρωση στην Λευκάδα, η οποία γράφτηκε για τη συγκεκριμένη εκπομπή και διαβάστηκε στη διάρκεια της.

Στη δεύτερη συζήτηση, με τίτλο «Η κοινωνική διάσταση των Δεκεμβριανών», ο Ηλίας Νικολακόπουλος συνομιλεί με τον Μενέλαο Χαραλαμπίδη, έναν ιστορικό με ενεργή παρουσία στο πεδίο της δημόσιας ιστορίας, για τη Μάχη της Αθήνας. Εκκινώντας από τον κοινωνικό διχασμό και τις εμφύλιες συγκρούσεις του τελευταίου χρόνου της Κατοχής, καθώς και από την κοινωνική γεωγραφία των συνοικιών της Αθήνας κατά την Απελευθέρωση, συζητούν για τις μορφές και την ένταση της βίας που εκδηλώθηκε στην Ελλάδα αλλά και στις πόλεις της απελευθερωμένης Ευρώπης. Με το βλέμμα στα αίτια και τις αφορμές των Δεκεμβριανών, εστιάζουν στα κρίσιμα γεγονότα της 3ης Δεκεμβρίου και των 33 ημερών της σύγκρουσης, ενώ επιχειρούν μια χαρτογράφηση της πόλης, των συνοικιών και των αντιμαχόμενων στρατοπέδων στη διάρκειά της. Τέλος, μιλούν για τον βαρύ φόρο αίματος –τα χιλιάδες θύματα–, για τα πορίσματα της σύγχρονης ιστορικής έρευνας, αλλά και τη συναισθηματική και πολιτική φόρτιση που περιβάλλει, διαχρονικά, την εν λόγω συζήτηση.
Δείτε και εδώ.
 
Κατεβάστε το σε μορφή pdf

Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2020

Μορφές διαχείρισης της μνήμης και της ιστορίας: εθνικές επέτειοι, παρελάσεις, μνημονικές τελετές


 

Το συνέδριο διεξάγεται ψηφιακά: https://meet.lync.com/houtest-eap/teleconference/00NQD76M Χρόνος: 18-19 Σεπτεμβρίου 2020

Οι εθνικές επέτειοι και γενικότερα οι τελετές ιστορικής μνήμης αποτελούν κατά τις τελευταίες δεκαετίες ένα γόνιμο πεδίο έρευνας τόσο διεθνώς, όσο και στην Ελλάδα. Ερευνητικό ενδιαφέρον παρουσιάζει οπωσδήποτε η εμφάνιση και η ιστορική τους πορεία, εφόσον έτσι κατανοούμε τις κοινωνικές και πολιτισμικές διεργασίες καθώς και τις πολιτικές στοχεύσεις που επέτρεψαν τη θεσμοθέτηση αρχικά και την παγίωση ή την απονέκρωσή τους στη συνέχεια. Από την πλευρά της Δημόσιας Ιστορίας, ωστόσο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το τελετουργικό τους, εφόσον εκεί, στις τυποποιημένες πρακτικές που ξεδιπλώνονται σε μια τελετή ιστορικής μνήμης, αποτυπώνονται πολλά: οι εκάστοτε αναπαραστάσεις και αξιολογήσεις του παρελθόντος, η κατασκευή και επιτέλεση ταυτοτήτων, οι τρόποι με τους οποίους οι κάθε λογής εξουσίες επιχειρούν να κινητοποιήσουν το κοινό τους κλπ.

Η συζήτηση γύρω από τις τελετές ιστορικής μνήμης αναζωπυρώνεται κατά καιρούς, ιδιαίτερα όταν συντελούνται κρίσιμες αλλαγές στο κοινωνικό, πολιτικό και ιδεολογικό πεδίο. Η δεκαετία της κρίσης φαίνεται πως ήταν μία από αυτές τις περιόδους, αν κρίνουμε από «ανορθογραφίες» όπως εκείνες των παρελάσεων της 25ης Μαρτίου του 2012, όταν η κοινωνική δυσαρέσκεια εκφράστηκε ποικιλότροπα κατά τη διάρκεια των εορταστικών εκδηλώσεων, από νέες προτάσεις που τείνουν να παγιωθούν όπως ο κύκλος εκδηλώσεων «Η Αθήνα Ελεύθερη» ή από το περσινό δρώμενο των ακτιβιστριών κατά τον εορτασμό της 28ης Οκτωβρίου 2019 στη Νέα Φιλαδέλφεια. Στο κέντρο της συζήτησης βρέθηκαν η σκοπιμότητα, ο συμβολισμός, η μορφή και οι δυνατότητες ανανέωσης των εθνικών επετείων. Η συζήτηση αυτή θα κορυφωθεί αναμφίβολα κατά τα επόμενα δύο έτη με αφορμή τα διακόσια χρόνια από την Επανάσταση και τις πολυσχιδείς εκδηλώσεις που ήδη οργανώνονται.

Το συνέδριο, συνεπώς, φιλοδοξεί να καταγράψει και να αναδείξει την ποικιλία των εθνικών τελετών που λαμβάνουν χώρα στην Ελλάδα από τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους έως σήμερα, την ποικιλία των μορφών και των στοχεύσεων που εκδιπλώθηκαν κατά τους δύο αυτούς αιώνες και, βέβαια, φιλοδοξεί να διερευνήσει τις δυνατότητες για μια ουσιαστική ανανέωσή τους, η οποία θα γειώνεται τόσο στις ιστοριογραφικές κατακτήσεις όσο και στις δημοκρατικές αξίες. 


 

Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2020

Επανάσταση του 1821: Ένα ευρωπαϊκό γεγονός

Για το βιβλίο Η ελληνική επανάσταση του 1821 

Τεκμήρια, αναψηλαφήσεις, ερμηνείες του Βασίλη Κρεμμυδά (εκδ. Gutenberg)


vryzakis theodoros Mahi


Επειδή πλησιάζει η 200ή επέτειος της επανάστασης του 1821 και θα γραφτούν και θα ειπωθούν πολλά και διάφορα, παραθέτω παρακάτω μία ενδιαφέρουσα βιβλιοπαρουσίαση του Κ.Β. Κατσουλάρη για το σχετικό βιβλίο του Β. Κρεμμυδά:

Καθώς κοντοζυγώνει η συμπλήρωση των 200 χρόνων από την Ελληνική Επανάσταση, με το πολιτικό σύστημα ήδη να ευαγγελίζεται την «απελευθέρωση» από νέες, φαντασιακές ή κατασκευασμένες «σκλαβιές», σήμερα περισσότερο από ποτέ έχει νόημα να διαβάζουμε, να συζητούμε, να ερευνούμε το βάθος και την ουσία του κορυφαίου αυτού ευρωπαϊκού γεγονότος που υπήρξε η Επανάσταση του 1821 και η συνακόλουθη ίδρυση ανεξάρτητου ελληνικού κράτους λιγότερο από μια δεκαετία μετά. [στην κεντρική εικόνα, ο πίνακας του Θεόδωρου Βρυζάκη, Μάχη]
Bιβλία όπως αυτό του καθηγητή Βασίλη Κρεμμυδά, που βασίζονται στην έρευνα, στην τεκμηρίωση, στην επιστημονική μεθοδολογία, στην κατά το δυνατόν απροκατάληπτη χρήση των στοιχείων, είναι το δίχως άλλο πολύτιμα.
Βέβαια, όπως περίπου συμβαίνει στα καθ’ ημάς και με τη λογοτεχνία, της οποίας ο πάσα ένας θεωρεί ότι δικαιούται να αυτοχρίζεται διάκονός της –ακόμη κι αν η επαφή του με τα λογοτεχνικά κείμενα δεν ξεπέρασε ποτέ την αποσπασματικότητα του σχολικού Αναγνωστικού–, έτσι και η ενασχόληση με την Ιστορία διακρίνεται στη χώρα μας από ένα ιδιότυπο μείγμα επαρχιωτισμού, συνομωσιολογίας και απόρριψης κάθε αυθεντίας (βλ. των ιστορικών) στο όνομα της «ανεξάρτητης», τάχα, έρευνας για την αλήθεια. Η Ιστορία, για τους αυτόκλητους τιμητές της, κάποιοι από τους οποίους φωνασκούν τις μεταμεσονύκτιες ώρες σε λαθρόβια κανάλια ενώ πολλοί περισσότεροι γεμίζουν ιστοσελίδες στο διαδίκτυο ή τους πάγκους των βιβλιοπωλείων με τα πονήματά τους, έχει μετατραπεί από πεδίο διερεύνησης των ιστορικών γεγονότων –κι επομένως της αυτοσυνειδησίας μας τόσο ως άτομα όσο και ως συλλογική οντότητα­–, σε πεδίο εφαρμοσμένων εμμονών, ιδεολογικών αγκυλώσεων, πατριδοκαπηλίας, ακόμη και γενικευμένης παράνοιας. Το κοινωνικό κλίμα που έχει διαμορφώσει αυτή η προσκόλληση σε μια ψυχοπαθολογική και φοβική χρήση της Ιστορίας (χωρίς να υποτιμούμε και την κουτοπόνηρη χρήση της, από πολιτευτές, δημοσιογράφους και άλλους) βρήκε πρόσφατα την έκφρασή του στο γελοίο όσο και επικίνδυνο περιστατικό της άσκησης ποινικής δίωξης σε ιστορικό (βλ. υπόθεση Χάινς Ρίχτερ, ο οποίος ευτυχώς αθωώθηκε), με μάρτυρες κατηγορίας ακόμη και ιστορικούς-καθηγητές πανεπιστημίου, για περιγραφές ή απόψεις που εκφράστηκαν στο πλαίσιο ιστορικής έρευνας, επειδή οι περιγραφές ή οι απόψεις αυτές –ακριβείς ή όχι είναι μια άλλη «ιστορία»– δεν συνάδουν με το ηρωικό αφήγημα μέσα από το οποίο διάφορες συλλογικότητες (εν προκειμένου, πολλοί Κρητικοί) βλέπουν τον εαυτό τους. Σε αυτό το πλαίσιο, βιβλία όπως αυτό του καθηγητή Βασίλη Κρεμμυδά, που βασίζονται στην έρευνα, στην τεκμηρίωση, στην επιστημονική μεθοδολογία, στην κατά το δυνατόν απροκατάληπτη χρήση των στοιχείων, και μάλιστα σε αυτή την ευσύνοπτη και, ας μας επιτραπεί ο όρος χρηστική έκδοση, είναι το δίχως άλλο πολύτιμα.
Μια περιεκτική επισκόπηση
vryzakis exodos
    Η έξοδος του Μεσολογγίου, του Θεόδωρου Βρυζάκη
Η σειρά από πυκνά οικονομικά, κοινωνικά, πολεμικά, πολιτικά, διπλωματικά κ.ά. γεγονότα που αποκαλείται Ελληνική Επανάσταση εκτείνεται σε ένα εύρος τουλάχιστον 15 ετών (από την Παλινόρθωση της Μοναρχίας στη Γαλλία και την ίδρυση της Ιεράς Συμμαχίας, το 1815, μέχρι το Πρωτόκολλο του Λονδίνου με το οποίο ιδρύεται για πρώτη φορά ανεξάρτητο ελληνικό κράτος, το 1830), μένοντας στην πιο στενή χρονικά θεώρηση του ιστορικού πλαισίου. Και βέβαια, εύκολα μπορείς κανείς να το δει να επεκτείνεται τουλάχιστον 12 χρόνια πίσω, μέχρι τις απαρχές των ναπολεόντειων πολέμων το 1803, και το λιγότερο 13 χρόνια μπροστά, μέχρι δηλαδή το 1843 και την εγκαθίδρυση της πρώτης Συνταγματικής Μοναρχίας. Από αυτή την άποψη, το μόλις διακοσίων σελίδων βιβλίο του Βασίλη Κρεμμυδά είναι ένα επίτευγμα, μια και κατορθώνει να δώσει στον αναγνώστη μια σύνθετη όσο και πανοραμική εικόνα του ψηφιδωτού από γεγονότα και κοινωνικούς μετασχηματισμούς της εποχής, μην παραλείποντας να σκιαγραφήσει τα πορτρέτα ορισμένων βασικών πρωταγωνιστών της Επανάστασης και της ίδρυσης του ελληνικού κράτους, και συγκεκριμένα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου και του Ιωάννη Καποδίστρια. Από αυτή την άποψη, αποτελεί πόνημα που μπορεί να λειτουργήσει ιδανικά και ως εισαγωγικό βιβλίο για όποιον ενδιαφέρεται να μάθει περισσότερα για την Ελληνική Επανάσταση, ακόμη κι αν διαθέτει λίγες ή ελάχιστες γνώσεις για το θέμα (τούτου λεχθέντος, οι αναγνώστες που ενδεχομένως θα δυσκολευτούν περισσότερο δεν είναι όσοι ενδεχομένως δεν γνωρίζουν αρκετά αλλά εκείνοι που πιστεύουν ότι γνωρίζουν υπερβολικά πολλά).
Ένα ευρωπαϊκό γεγονός
Είναι προφανές, ήδη από την εισαγωγή, ότι αυτό που κομίζει ο καθηγητής Κρεμμυδάς στη συζήτηση για την Ελληνική Επανάσταση έχει καταρχάς να κάνει με τη δική του ειδίκευση, ήτοι την οικονομική και κοινωνική ιστορία της Ελλάδος, και κυρίως της Πελοποννήσου και των Κυκλάδων, τις δεκαετίες πριν από την Επανάσταση και αμέσως μετά. Έτσι, από τις πιο μεστές και πρωτότυπες σελίδες του βιβλίου είναι αυτές που αναφέρονται στην ανάπτυξη μιας νέας αστικής τάξης, κυρίως στα χρόνια των ναπολεόντειων πολέμων, ειδικότερα εξαιτίας της μεγάλης ανάπτυξης του εμπορικού στόλου για λόγους γεωπολιτικής συγκυρίας. Η κρίση που ακολούθησε, από το 1815 και μετά, μεταξύ άλλων επιπτώσεων που είχε στους ντόπιους πληθυσμούς (βλ. μεγάλη ανεργία), άφησε ανενεργά και τεράστια κεφάλαια που είχαν σωρευτεί στα χέρια εμπόρων και τραπεζιτών-τοκογλύφων, κεφάλαια που στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκαν για τους σκοπούς της Επανάστασης.
theofilos zalogou
      Ο Χορός του Ζαλόγγου, του Θεόφιλου. 
Σταχυολογώντας τα σημαντικότερα γεγονότα που επέτρεψαν την πραγματοποίηση της Επανάστασης όσο και την τελεσφόρησή της, ο Κρεμμυδάς ξεχωρίζει από αυτά την Ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας, η οποία χάρη στον συνωμοτικό της χαρακτήρα κατάφερε να σχεδιάσει με εντυπωσιακή λεπτομέρεια τόσο στρατιωτικές όσο και πολιτικές ή διπλωματικές πτυχές των όσων θα ακολουθούσαν. Η Φιλική Εταιρεία, έχοντας ιδρυθεί από εμπόρους-αστούς, υπηρετούσε με ξεκάθαρο τρόπο και τον ιδεολογικό-εθνικό στόχο της Επανάστασης, που δεν ήταν άλλος από την εγκαθίδρυση ενός σύγχρονου, ανεξάρτητου, δημοκρατικού αστικού κράτους, εμπνεόμενο από τα ιδεώδη του Διαφωτισμού. Εντυπωσιακό στην αφήγηση του Κρεμμυδά είναι ότι αυτό το πνεύμα, που οροθετεί ως έναν βαθμό και τους εκπεφρασμένους σκοπούς της Επανάστασης, δεν εγκαταλείφθηκε ούτε στιγμή, ενώ έως έναν βαθμό υπηρετήθηκε ακόμη κι από εκείνους που, συμβατικά μιλώντας, θα έλεγε κανείς ότι ανήκαν στην πιο παραδοσιακή και συντηρητική πλευρά των πρωταγωνιστών της, όπως ήταν ο Θ. Κολοκοτρώνης. Δηλωτικό των προθέσεων των ανθρώπων που πρωτοστάτησαν είναι ότι και στις τρεις Εθνοσυνελεύσεις παίρνονται αποφάσεις που ορίζουν το νέο κράτος ως ανεξάρτητο, δημοκρατικό, με σεβασμό στα ατομικά δικαιώματα. Παρότι ως επίσημη θρησκεία του κράτους ορίζεται εξαρχής η Ορθόδοξη Ανατολική, γίνεται σαφής αναφορά στο δικαίωμα των άλλων θρησκειών να λατρεύονται ελεύθερα στη χώρα.
Έτσι, γίνεται φανερό ότι η Ελληνική Επανάσταση υπήρξε εξαρχής ένα ευρωπαϊκό γεγονός, που εγγράφεται στο χάρτη των σημαντικών ανακατατάξεων στον ευρωπαϊκό χώρο και το οποίο γεγονός κατέστη δυνατό εν μέρει χάρη σε αυτές τις ανακατατάξεις.
Ο ρόλος της Εκκλησίας, οι εμφύλιοι και το Ναβαρίνο
Η Εγκύκλιος του Πατριαρχείου με την οποία, από τις πρώτες μέρες της Επανάστασης, το Πατριαρχείο την καταδικάζει, δεν ήταν για τον Βασίλη Κρεμμυδά μια προσπάθεια εξευμενισμού του Σουλτάνου. Αντίθετα, εξέφραζε την πάγια θέση του, την ριζική του αντίθεση στον Διαφωτισμό, σε καθετί το καινούργιο, σε κάθε αλλαγή του status quo.
Ενώ συχνά αναφέρει ότι αρκετοί κληρικοί εντάχθηκαν στο αγώνα και τον υποστήριξαν με θέρμη, ο συγγραφέας είναι κάπως απόλυτος σε ό,τι αφορά την αρνητική στάση του Πατριαρχείου και της εκκλησιαστικής ιεραρχίας απέναντι στην Επανάσταση. Η Εγκύκλιος του Πατριάρχη με την οποία, από τις πρώτες μέρες της Επανάστασης, το Πατριαρχείο την καταδικάζει, δεν ήταν για τον Βασίλη Κρεμμυδά μια προσπάθεια εξευμενισμού του Σουλτάνου. Αντίθετα, εξέφραζε την πάγια συντηρητική θέση του Πατριαρχείου, τη ριζική του αντίθεση στον Διαφωτισμό, σε καθετί το καινούργιο, σε κάθε αλλαγή του status quo. «Και ελεύθεροι είναι οι Έλληνες και κράτος έχουν· το κράτος τους είναι η Οθωμανική Αυτοκρατορία και βασιλιάς τους ο Σουλτάνος· αυτά τους έδωσε ο Θεός και όποιος πηγαίνει αντίθετα έρχεται σε αντίθεση με τον ίδιον τον θεό». Το απόλυτα φιλικό προς τον Σουλτάνο Διάγγελμα, το οποίο συνυπογράφουν ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων και 21 Επίσκοποι, δεν θα αποσοβήσει την τραγική μοίρα του Γρηγορίου του Ε΄λίγες μέρες αργότερα ούτε και θα επηρεάσει ριζικά τους επαναστατημένους Έλληνες. Στο μόνο που διέβλεπε σωστά ήταν ότι το κόστος που θα πλήρωναν αθώοι και άμαχοι θα ήταν μεγάλο, μια και η τακτική του Σουλτάνου δεν ήταν τόσο η στρατιωτική αντιπαράθεση όσο η λογική των αντιποίνων με σφαγές χριστιανών (βλ. Χίος, Ψαρά και πολλά άλλα μέρη). Από την άλλη, ακριβώς αυτή η «βαρβαρότητα» των Οθωμανών συνετέλεσε τα μάλα στην δημιουργία μιας εικόνας, από τη μία, ενός πολιτισμένου έθνους που αγωνιζόταν για τη δίκαιη ανεξαρτησία του (ένα έθνος μάλιστα με ένδοξο παρελθόν), και μιας αυτοκρατορίας που εκπροσωπούσε το παλιό, τη μισαλλοδοξία και τη βαρβαρότητα, όλα όσα ο Διαφωτισμός αντιμαχόταν. Μιλώντας πάντως για σφαγές αμάχων και κτηνωδίες, ο Κρεμμυδάς, σε αντίθεση με άλλους ιστορικούς, κρατάει χαμηλούς τόνους για γεγονότα όπως η κατάληψη της Τρίπολης, γνωστή ως «Άλωση της Τριπολιτσάς», στα οποία από πολλούς κατηγορείται η ελληνική πλευρά για «εθνοκάθαρση». Ο συγγραφέας, χωρίς να αρνείται ότι υπήρξαν περιπτώσεις μαζικής βίας, ακόμη και άσκοπης σε κάποιες περιπτώσεις, διακρίνει τη «δίκαιη» βία των επαναστατημένων Ελλήνων, που διεκδικούσαν την ελευθερία και την αυτοδιαχείρισή τους, από τη μαζική βία των αντιποίνων των Οθωμανών – διάκριση ποιοτική όσο και ποσοτική που δύσκολα μπορεί κανείς να αρνηθεί. Κυρίως όμως μας εφιστά την προσοχή στο να μην κρίνουμε τις πράξεις των ανθρώπων εκείνης της εποχής με τα σημερινά μας «γυαλιά», να βλέπουμε τα γεγονότα μέσα στο ιστορικό, κοινωνικό και ανθρωπολογικό τους συγκείμενο.
Για τον εμφύλιο (ή τους εμφύλιους) που ακολούθησαν, στα 1823-1824, ο συγγραφέας επίσης αποφεύγει τις κοινοτοπίες («οι Έλληνες μεγαλουργούμε και έπειτα διχαζόμαστε και καταστρεφόμαστε»), κι επιχειρεί να δει τα πράγματα αντικειμενικά, ως μέρος του αγώνα για την εξουσία μεταξύ όλων των πλευρών που πρωτοστάτησαν στην Επανάσταση. Συνολικότερα, ο Κρεμμυδάς εξετάζει τους εμφύλιους που ακολούθησαν στο πλαίσιο της αντιπαλότητας ανάμεσα στην παράδοση και τη νεωτερικότητα, μια αντιπαλότητα που δεν έπαψε να αναζωπυρώνεται ξανά και ξανά στις δεκαετίες που ακολούθησαν, και στοιχεία της οποίας μπορεί κανείς να διακρίνει ακόμη και στις μέρες μας (δική μας παρατήρηση). Τέλος, με αφορμή το Ναβαρίνο, αλλά και τα όσα ακολούθησαν, ο Κρεμμυδάς είναι σαφής και εύγλωττος σε ό,τι αφορά τις επεμβάσεις των λεγόμενων Μεγάλων Δυνάμενων για την επιτυχή έκβαση της Επανάστασης και την ίδρυση ανεξάρτητου κράτους, χωρίς ούτε να ιδεολογικοποιεί το ρόλο τους ούτε και να τον υποτιμά: προσπαθεί να είναι νηφάλιος και αντικειμενικός και να εντάσσει καθετί μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο όπου λαμβάνει χώρα, που εδώ δεν είναι άλλο από τη σταδιακή αποσύνθεση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, για την οποία η Ελληνική Επανάσταση υπήρξε, μεταξύ άλλων, ένας από τους καταλύτες. Καθώς η άποψη των Μεγάλων Δυνάμεων μεταστρέφεται και το δόγμα για την πάση θυσία διατήρηση της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που εγκαθίδρυσε η Ιερά Συμμαχία αρχίζει να κλονίζεται, οι τρεις Δυνάμεις καταλήγουν να «διαγωνίζονται» ποια θα βοηθήσει περισσότερο την Ελληνική Επανάσταση, παίρνοντας εγκαίρως «θέση» στο μέλλον της νοτιοανατολικής Ευρώπης.
battle of navarinohms asia is again in the centre painting by george phillip reinagle 1828
   Η ναυμαχία του Ναβαρίνο, από τον George Phillip Reinagle (1828)
Συνοψίζοντας, ο καθηγητής Βασίλης Κρεμμυδάς δίνει μια εικόνα των επαναστατημένων Ελλήνων που, χωρίς πρόθεση πρόκλησης, διαφοροποιείται αισθητά από τις επικρατούσες. Η ελληνική αστική τάξη εμφανίζεται καλά ενημερωμένη, μορφωμένη, ξεκάθαρη στους στόχους της και με υψηλό πατριωτικό φρόνημα. Ακόμη κι ο εμφύλιος δεν ήταν μια μάχη εξόντωσης της αντίπαλης πλευράς, αλλά μια εύλογη διεκδίκηση για τη νομή της εξουσίας, ενώ κάθε πλευρά δεν έχασε ποτέ από τον ορίζοντά της το μεγαλύτερο διακύβευμα, που ήταν να μην απωλεσθεί πλήρως η Επανάσταση. Επίσης, παρότι ειδικά οι προύχοντες της Πελοποννήσου και ορισμένοι Στρατιωτικοί έβλεπαν με δυσθυμία την εγκατάλειψη των προνομίων τους υπέρ ενός συγκεντρωτικού κράτους, στην πράξη, στις κρίσιμες στιγμές, δεν αντιτάχθηκαν στη δημιουργία του με σφοδρότητα. Για παράδειγμα, το περίφημο Ψήφισμα με τον οποίο καλούνταν η Αγγλία να επέμβει και να πάρει στα χέρια της τις τύχες της Επανάστασης (που αργότερα, χαρακτηρίστηκε από ορισμένους ιστορικούς «κίνηση υποτέλειας») το υπέγραψε ακόμη κι ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης. Η σύλληψη και φυλάκιση του Κολοκοτρώνη δεν ήταν ένα γεγονός εσχάτης προδοσίας απέναντι στον ήρωα της Επανάστασης, αλλά φυσικό αποτέλεσμα συγκεκριμένων διεργασιών και αντιπαλοτήτων, για τις οποίες και ο ίδιος ο οπλαρχηγός έφερε ευθύνη. Τέλος, ο Ιωάννης Καποδίστριας δεν ήταν μονάχα ο άνθρωπος που ήθελε να εκσυγχρονίσει την Ελλάδα φτιάχνοντας ένα δημοκρατικό κράτος στα πρότυπα των ευρωπαϊκών, αλλά κι ένας υπέρμαχος της δεσποτείας και της φιλοσοφίας της Ιεράς Συμμαχίας, ενάντιος σε σημαντικές όψεις του Διαφωτισμού και πολέμιος του Συντάγματος (το οποίο σημειωτέον υπήρξε σταθερή επιδίωξη της Επανάστασης που δεν έπαψε να εκφράζεται έως το 1843, οπότε και επιτεύχθηκε). Από αυτή την άποψη, η δολοφονία του, όσο αποτρόπαια ενέργεια κι αν ήταν, εμφανίζεται περίπου ως λογικό κι αναμενόμενο αποτέλεσμα της πολιτικής και στραγηγικής του.
Ο καθηγητής Βασίλης Κρεμμυδάς δίνει μια εικόνα των επαναστατημένων Ελλήνων που διαφοροποιείται αισθητά από τις επικρατούσες. 
Την ιστορική αλήθεια, βέβαια, δεν μπορεί ποτέ κανείς να την αποτυπώσει πλήρως ούτε να την περιγράψει εξαντλητικά. Κάθε εποχή προβάλλει τις αντιλήψεις της πάνω στο ιστορικό υλικό, τις επιδιώξεις της και τις προκαταλήψεις της. Το βιβλίο του Βασίλη Κρεμμυδά είναι σίγουρα ένα από αυτά που αξίζει να διαβάσει με προσοχή κάθε αναγνώστης που ενδιαφέρεται για τη σύγχρονη ελληνική ιστορία, είτε αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως ειδήμονα είτε κατέχει μόνο τις στρεβλές και λειψές γνώσεις της σχολικής εκπαίδευσης. Σε βοηθάει να σκέφτεσαι την Ιστορία, την ίδια στιγμή που στην αφηγείται, κρατώντας αποστάσεις από «δόγματα» και «ιδεολογίες», εφιστώντας μας την προσοχή στα γεγονότα, στην κοινωνία και τις επιθυμίες της, στα μεγάλα ρεύματα της Ιστορίας όσο και στη βούληση σημαντικών μεμονωμένων «παικτών». 
* Ο ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΤΣΟΥΛΑΡΗΣ είναι συγγραφέας.

kremmydasΗ ελληνική επανάσταση του 1821
Τεκμήρια, αναψηλαφήσεις, ερμηνείες 
Βασίλης Κρεμμυδάς
Εκδ. Gutenberg 2016
Σελ. 232